Εκτύπωση

https://www.spartorama.gr/articles/13687/

Spartorama - Print | «Νάντια Σκιαδά, 4 Sonate & 1 Sinfonia - Έκθεση Ζωγραφικής», από την Γεωργία Κακούρου-Χρόνη

«Νάντια Σκιαδά, 4 Sonate & 1 Sinfonia - Έκθεση Ζωγραφικής», από την Γεωργία Κακούρου-Χρόνη

«Νάντια Σκιαδά, 4 Sonate & 1 Sinfonia - Έκθεση Ζωγραφικής», από την Γεωργία Κακούρου-Χρόνη
«Τα έργα της Νάντιας Σκιαδά εκφαίνουν, φωτογραφίζουν με ειλικρίνεια, τον δικό της χρόνο· τις προσωπικές στιγμές πόνου και της διαχείρισής του»
Οδός Εμπόρων

Όσο και να ωριμάζει η Νάντια Σκιαδά ως καλλιτέχνις, θα κρατώ παράλληλα την εικόνα ενός νεαρού, όμορφου κοριτσιού, όλο αυθορμητισμό και ειλικρίνεια που με συνάντησε στην Κουμαντάρειο Πινακοθήκη (Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στη Σπάρτη) για να συζητήσουμε την πτυχιακή της εργασία.

Από το «Άριστα» του πτυχίου της, στη Σχολή Καλών Τεχνών της Ρώμης (2006), έως σήμερα, η Νάντια έχει διανύσει μια μακρά πορεία κι έχει δοκιμάσει – και δοκιμαστεί – διάφορες εικαστικές εκφάνσεις. Στην τωρινή της έκθεση μάς ατενίζει με τη ζωγραφική της μέσα από τους καμβάδες και τα χαρτιά της.

Κοινός τόπος όλων των προσπαθειών της, νομίζω, η «υποκειμενικότητα»· καθοριστικό στοιχείο ήδη της πρώτης ατομικής της έκθεσης («L’ urlo del silenzio-Η κραυγή της σιωπής», Μάρτιος 2010). Είχα τότε παρατηρήσει – το αυτονόητο – ότι έτσι κι αλλιώς ο δημιουργός, όπως κι όλοι εμείς, είναι πάντα το υποκείμενό του ακόμη κι όταν επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί απ’ αυτό.

Αλλά η Νάντια θέτει στο επίκεντρο της τέχνης της την «υποκειμενικότητά» της. Αναμοχλεύει, παρατηρεί και εξετάζει τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιλαμβάνεται τον εαυτό της· αναζητά την προσωπική της αλήθεια και επιδιώκει, μ’αυτή την αφετηρία, να επικοινωνήσει μαζί μας.

Έργα που κινούνται στον δομικό τύπο της σονάτας («sonate»)· έκθεση, επεξεργασία, επανέκθεση ή της συμφωνίας («sinfonia») που είναι κι αυτή πολυμερής με εναλλαγές στον ρυθμό και τον τόνο· έργα που συνθέτουν ένα «όλον» κι ας μοιάζουν ως ξεχωριστές ενότητες.

Με πρώτη ματιά δύο ενότητες που προσδιορίζονται κατ’ αρχάς από το υλικό υποδοχής του χρώματος: καμβάς και χαρτί. Μετά οι διαστάσεις, που καθορίζονται και από τον χώρο εργασίας· πολύ μεγαλύτερη η διάσταση του καμβά από εκείνη του χαρτιού.Διάφορα και τα υλικά: σκόνες, κόλλα, ακρυλικά, μαρμαρόσκονη, επιθέματα για τους καμβάδες· μολύβι, κάρβουνο, ακουαρέλα και χρωματιστά μολύβια για τα χαρτιά.Διάφορο και το μέσο· η σπάτουλα για τους καμβάδες που χρησιμοποιείται και για τα χαράγματα του χρώματος και η μύτη του μολυβιού ή του κάρβουνου που ακουμπά το χαρτί με τρυφεράδα.

Στα χαρτιά («sonate»): Απόηχος βυζαντινής αγιογραφίας· εικόνα επίπεδη με το χρυσό να έχει αντικατασταθεί από σχέδια που παραπέμπουν στον Henri Matisse (1869-1954) και πρόσωπα στενόμακρα που κρατούν κάτι από τις γυναίκες του Amedeo Clemente Modigliani (1884-1920).

Προοδευτικά το φόντο θα χάσει τη γεωμετρική του συμμετρία, η μορφή τα χαρακτηριστικά της έως ότου η αφαίρεση επεκταθεί και στο χρώμα· και το χαρτί θα δεχτεί εξελικτικά, μόνο με το κάρβουνο και τους μαύρους κύκλους, ό,τι αποτελεί διακριτό σημείο ανάμεσα στα δυο φύλα (στήθος και πέος).

Τελικά το μολύβι θα σκαλώσει στο θήλυ· στις αυτοπροσωπογραφίες. Με μια μονοκονδυλιά, με γραμμή που λαχανιάζει προκειμένου να ακινητοποιήσει μια στιγμή τού μέσα κόσμου και να την εξωτερικεύσει, να την εκθέσει στα βλέμματά μας· γιατί η ίδια η ζωγράφος γνωρίζει ότι τους ευατούς μας τους ανακαλύπτουμε «στο δρόμο, μέσα στην πολιτεία, ανάμεσα στο πλήθος, σαν ένα πράγμα ανάμεσα στα πράγματα, σαν άνθρωπο ανάμεσα στους ανθρώπους».[1]

Στους καμβάδες («sinfonia»): Το χρώμα μοιάζει με μια, όχι πάντα ελεγχόμενη, έκρηξη. Κι όταν γραμμές, χαράγματα, χρώματα, σχήματα, επιθέματα λάβουν την οριστική μορφή, τότε μόνο μπορεί η σύνθεση να «διαβαστεί» κι από την ίδια τη ζωγράφο. Στον τελευταίο από τους καμβάδες, ο όγκος, κτισμένος με τα υλικά που ήδη αναφέρθηκαν, εγκαταλείπεται. Η επιφάνεια του καμβά καθίσταται λεία, ως η τρικυμία να καταλάγιασε.

Στα έργα που συνθέτουν την παρούσα έκθεση δεν υπάρχει μια τελειωμένη ιδέα, αλλά η πορεία προς μια ιδέα· δρόμος επίπονος και επίμονος, βασανιστικός, με κάποιους – ας τους ονομάσουμε – σταθμούς στους οποίους ήδη σταθμεύσαμε. Η ιδέα παραμένει απροσδιόριστη έως τη στιγμή που η ζωγράφος ξανα-εκθέσει την «υποκειμενικότητά» της στον καμβά και στα μάτια μας.

Τι συνέχει όλα αυτά τα έργα που εντάξαμε σε ένα σύνολο, «όλον», ενώ είναι εμφανείς δύο τουλάχιστον ενότητες; Ο χρόνος, η χρονικότητά μας. Και πώς ορίζεται ο χρόνος; Δεν θα εισέλθουμε στα χωράφια της φιλοσοφίας που για το συγκεκριμένο θέμα χάλασαν τις σχέσεις τους ο Μπερξόν (Henri-Louis Bergson, 1859-1941) και ο Αϊνστάιν (Albert Einstein, 1879-1955) και που ανέλυσε ο Χάιντεγκερ (Martin Heidegger, 1889-1976) στο έργο του «Είναι και Χρόνος» («Sein und Zeit», 1927).

Τα έργα της Νάντιας Σκιαδά εκφαίνουν, φωτογραφίζουν με ειλικρίνεια, τον δικό της χρόνο· τις προσωπικές στιγμές πόνου και της διαχείρισής του. Η ζωγράφος βλέπει, όχι με την όραση, αλλά με την ενόραση, τις συνεχείς εσωτερικές αλλαγές, όπως διαμορφώνονται από το παρελθόν μας, από τα γεγονότα της προσωπικής μας ζωής, τις συγκυρίες, τις αποφάσεις που καλούμεθα να πάρουμε με βαθιά τη συναίσθηση της παροδικότητάς μας.

Μέσα από την προσεκτική ενατένιση των έργων της ίσως αναγνωρίζουμε ανάλογες δικές μας καταστάσεις. Είναι τότε που η δημιουργός μας τείνει το χέρι και μας καλεί να συμπορευτούμε για να μετριάσουμε ό,τι δυσκολεύει και τη δική μας πορεία από εκείνο που είμαστε σε εκείνο που αγωνιζόμαστε να γίνουμε επιχειρώντας να νοηματοδοτήσουμε το προσωρινό της ύπαρξής μας.

Σημείωση: Το κείμενο αυτό προλόγισε την έκθεση της Νάντιας Σκιαδά στο Mystras Grand Palace Resort & Spa (4 έως 11 Νοεμβρίου), χώρο που αναβαθμίζει τις τουριστικές παροχές της Λακωνίας και εγκαινιάζει τη δραστηριότητά του και στον χώρο του πολιτισμού.

Το κείμενο αφιερώνεται σε όλες/όλους τις/τους εκπαιδευτικούς, που απόφοιτοι σχολών καλών τεχνών, αγωνίζονται στα σχολειά μας, ξεχασμένοι από την πολιτεία, προσπαθώντας να ξεκλειδώσουν στα παιδιά τον κόσμο της τέχνης χωρίς να εγκαταλείπουν και το προσωπικό τους όραμα.


[1] Ζαν-Πωλ Σαρτρ, «Καταστάσεις. Δοκίμια πολιτικού κι αισθητικού στοχασμού», Μετάφραση Κώστα Σταματίου, Εκδόσεις Ι. Δ. Αρσενίδη, σελ. 249.


Γεωργία Κακούρου - Χρόνη, academia.edu



Sinfonia, 100x120 εκ.



Sonate, 18.5x29 εκ.



Sonate, 20.9x29.4 εκ.