Εκτύπωση

Spartorama - Print | «Η Καρέκλα του Τσαγκάρη», από τον Βαγγέλη Μητράκο

«Η Καρέκλα του Τσαγκάρη», από τον Βαγγέλη Μητράκο

«Η Καρέκλα του Τσαγκάρη», από τον Βαγγέλη Μητράκο
«Το τι έχει ζήσει αυτή η παλιά καρέκλα του τσαγκάρη μόνο η καρδούλα της το ξέρει. Έτσι εχέμυθη που είναι κανείς ποτέ δεν θα μάθει, τι είδε, τι άκουσε, τι έμαθε...»
Οδός Εμπόρων

Η καρέκλα «ήταν από σπίτι»! Από ξύλο καλό, με πλάτη σκαλισμένη  και κάθισμα από γερό καλοπλεγμένο ψαθί.  Σίγουρα, στην εποχή που γεννήθηκε έκανε στο σπίτι όλες τις δουλειές: Και στη σάλα σε γιορτές και στην τραπεζαρία για φαγητό και για κάθισμα των παιδιών που διάβαζαν κι έγραφαν για το σχολείο και στην αυλή για τον καφέ και τη ρούγα και «σκάλα» για δουλειές στα ψηλά … Κάποια στιγμή, ο κυρ Βασίλης ο Μπαγιώκος την πήρε από το σπίτι και την έφερε στο μαγαζί του (εμπόριο ειδών για ζώα – καπίστρια, μπαλντούμια, κουδούνια, λουρίδες κ.α.), εκεί στην οδό Ευαγγελιστρίας της Σπάρτης,  για να κάθεται όταν κουραζόταν ή να φιλοξενεί κάποιον από τους πολλούς φίλους που πήγαιναν στο μαγαζί για να τα πούνε. Όταν κάπου στα 1980 ήρθε και στεγάστηκε επαγγελματικά στο μαγαζί τού κυρ Βασίλη, ο παλιός τσαγκάρης και φίλος του, ο Θύμιος ο Κοντοές, μετά από  «θητεία» 30 περίπου χρόνων στο υποδηματοποιείο ΑΛΑΤΣΑ, ο κυρ Βασίλης του «χάρισε»  την καρέκλα για να κάνει τη δουλειά του. Έκτοτε αυτή η καρέκλα έγινε μέρος της ζωής του μαστρο - Θύμιου.  Κι όταν ο κυρ Βασίλης «έφυγε» κι έκλεισε το μαγαζί, ο Θύμιος ο τσαγκάρης βρήκε ένα διπλανό υπόγειο για να συνεχίσει τη δουλειά του, εκεί όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Μαζί του στο νέο τσαγκάρικο πήρε, φυσικά, και την καρέκλα του,  που αδερφωμένη αχώριστα με τον παλιό ξύλινο πάγκο του τσαγκάρη καρτερά κάθε πρωί τον μάστορα ν’ ανοίξει το τσαγκάρικο, να φορέσει την ποδιά του και να κάτσει απάνω της, για ν’ αρχίσει το «πάλεμα» με τα παλιά παπούτσια. Βαριανασαίνει ο μάστορας κόβοντας τα πετσιά, καρφώνοντας σόλες και τακούνια, μπαλώνοντας τις πληγές των παπουτσιών, βαριανασαίνει, τρίζοντας, για συμπαράσταση, και η παλιά καρέκλα. Κι όταν «καληνυχτίζονται» το βράδυ, ξέρουν πως κι αυτήν τη μέρα ξετέλεψαν το χρέος τους με τον καλύτερο τρόπο, πως ήρθε η ώρα της ξεκούρασης  της εργατιάς κι αύριο, πρώτα ο Θεός, θα είναι μια καινούρια μέρα, ένας νέος αγώνας.

Το τι έχει ζήσει αυτή η παλιά καρέκλα του τσαγκάρη μόνο η καρδούλα της το ξέρει. Έτσι εχέμυθη που είναι κανείς ποτέ δεν θα μάθει, τι είδε, τι άκουσε, τι έμαθε … σαράντα τόσα χρόνια μέσα στο τσαγκάρικο, παρέα με τον μαστρο - Θύμιο, πλάι στα καλαπόδια, στο αμόνι και τ’ άλλα εργαλεία του τσαγκάρη, μπροστά στον σεβάσμιο, παλιό, σοφό πάγκο, συντροφιά με παλιά παπούτσια που πάνε κι έρχονται, με το σφυρί του μάστορα κρεμασμένο, στις ώρες της ανάπαυλας, στο δεξί της ποδάρι.

Σαράντα ολόκληρα χρόνια στηρίζει η παλιά καρέκλα το κορμί του μάστορα στη σκληρή καθημερινή δουλειά του. Και για να του κάνει πιο ξεκούραστη τη δουλειά του, έχει πάρει η παλιά καρέκλα τη στάση και το σχήμα του κορμιού του, έτσι ώστε όταν κάθεται πάνω της ο μαστρο - Θύμιος, να μην μπορείς να ξεχωρίσεις την καρέκλα από κείνον. Καρέκλα και μάστορας  έχουν γίνει ένα σώμα, μια ψυχή, ένας αγώνας, μια απαντοχή. Και είναι ένα θαύμα που το λούστρο της γυαλίζει ακόμα και το ξύλο της αντέχει κι ας έχει σπάσει ένα κομμάτι από την πλάτη της, κι έχει τραυματίσει – άθελά του - το σφυρί το δεξί της ποδάρι. Και το ψαθί της αντέχει κι αυτό, με κάποια μερεμέτια του μάστορα, ενώ πίσω της ο τοίχος έχει σκαφτεί από τα σκουντήματα της πλάτης κι έχει φανεί το τούβλο!

Η παλιά καρέκλα και ο μαστρο - Θύμιος! Σαράντα χρόνια μαζί, φίλοι αχώριστοι, σύντροφοι, αδερφοποιτοί, αγωνιστές. Πραγματικά, δεν ξέρω τι θα απογίνει η καρέκλα όταν ο μαστρο - Θύμιος, ο τσαγκάρης, κλείσει το τελευταίο παραδοσιακό τσαγκάρικο της Σπάρτης. Θέλω να πιστεύω πως θα την πάρει μαζί του στο σπίτι, για να ζήσει ήσυχα τα τελευταία της χρόνια. Και πως ο γερο - μάστορας, θα συνεχίσει να κάθεται πάνω της, όταν θα πίνει τον καφέ του ή το κρασάκι του, όταν θα ξεκουράζεται  στο μπαλκόνι αγναντεύοντας την αυλή, την κληματαριά και το κοτέτσι του ή τα σύννεφα στον ουρανό και τις κορφές του Ταΰγετου. Και σίγουρα, στις ώρες που θα ’ναι μόνοι, θα αναθυμούνται σε μια συνομιλία μυστική τα δύσκολα αλλά ωραία χρόνια που πέρασαν αχώριστα μαζί, εκεί στο παλιό τσαγκάρικο, στο τελευταίο παραδοσιακό τσαγκάρικο της Σπάρτης, στην οδό Ευαγγελιστρίας αρ. 44, λίγο πιο πάνω από την πλατεία.

Lente hora, celeriter anni
(Αργά (περνά) η  ώρα, γρήγορα τα χρόνια)

 

27-8-2019
Βαγγέλης  Μητράκος