Το έργο εκτυλίσσεται ομαλά, με ωραίο χαλαρωτικό ρυθμό, με μικρές σκηνές και εύστοχα ενσταντανέ όλης αυτής της προσπάθειας που κάνει το αρσενικό να προσεγγίσει με αγάπη το θηλυκό, για να σώσουν και οι δυο την ψυχή τους και να αισθανθούν ότι ζουν «εντός περιθωρίου»
Βρέθηκα λοιπόν και εγώ, εχθές Κυριακή,
15/2/2026 στο «Μικρό Θέατρο Γκλόρια» στην Ιπποκράτους, για να παρακολουθήσω την
παράσταση του παρθενικού θεατρικού έργου της Χριστίνας Λαμπούση, ψυχής του «Ιάσθε
Θεάτρω» των Μολάων και φορέα πολυποίκιλων δεξιοτήτων και δράσεων. Είχα ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τους άλλους θεατές.
Είχα διαβάσει το έργο όταν πρωτοεκδόθηκε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν και είχα μάλιστα
γράψει και μια επιφανειακή κριτική για αυτό. Φανταζόμουν λοιπόν ότι ήξερα
περίπου τι θα δω. Μετά την παράσταση συνειδητοποίησα την απύθμενη αδυναμία που
επέδειξα στο να περάσω από ένα απλό θεατρικό κείμενο σε ένα ζωντανό έργο που εκτυλίσσεται
μπροστά μου πλήρες δονήσεων και παλμών. Συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι
σκηνοθέτης, ή εν πάσει περιπτώσει δεν προσπάθησα τότε να σκεφτώ ως σκηνοθέτης
και σχολίαζα ερασιτεχνικά σαν να είχα μπροστά μου ένα απλό λογοτεχνικό κείμενο.
Δεν περίμενα ποτέ ο μετασχηματισμός του κειμένου σε θεατρική παράσταση να είναι
τόσο καταλυτικός. Η παράσταση, με ένα ζευγάρι σπουδαίων ηθοποιών
που είχαν εμφανώς δουλέψει πολύ τους ρόλους τους, σε καθήλωνε. Εγκλωβισμένοι
δυο άνθρωποι σε ένα γηροκομείο, ένα αποθετήριο ψυχών, μια ρουτίνα απάνθρωπη και
βολική για τους έξω, τους κάνει να αισθάνονται ότι ζουν όχι απλώς στο περιθώριο
αλλά ακόμη και εκτός περιθωρίου. Το σώμα τους υπολειτουργεί, το πνεύμα τους ενίοτε
τους προδίδει. Αποφασίζει λοιπόν ο άνδρας να σώσει το μόνο που τους έχει απομείνει
ακέραιο: την ψυχή τους. Δεν διαθέτει παρά ένα μόνο όπλο, την αγάπη. Και αυτή
χρησιμοποιεί. Το έργο εκτυλίσσεται ομαλά, με ωραίο
χαλαρωτικό ρυθμό, με μικρές σκηνές και εύστοχα ενσταντανέ όλης αυτής της προσπάθειας
που κάνει το αρσενικό να προσεγγίσει με αγάπη το θηλυκό, για να σώσουν και οι
δυο την ψυχή τους και να αισθανθούν ότι ζουν «εντός περιθωρίου». Η Κατερίνα, ερμηνευμένη
θεϊκά από την έξοχη κα Μαριλένα Μακρή, που πολιορκείται από τον αποφασισμένο και
υπομονετικό Μάκη (αρχέτυπη η ερμηνεία του κου Δημήτρη Μπικηρόπουλου) συμπεριφέρεται
σαν ναζιάρικη παιδούλα που ενδίδει στο τέλος, όταν δεν την πιάνουν τα γυναικεία
πείσματα και όταν το ξεχασιάρικο μυαλό της την βοηθάει να συνειδητοποιήσει τι
ακριβώς συμβαίνει. Τα βρίσκουν στο τέλος (η αγάπη πάντοτε νικά) σιγανά και
ομαλά σαν δυο συμπληρωματικά άτομα που τα ενώνει η αγάπη και στήνουν τον δικό τους
κόσμο μέσα στην άθλια ρουτίνα του γηροκομείου. Πλούσια τα συναισθήματα σε όλες τις σκηνές. Το
έργο συγκινούσε και διέγειρε την παραγωγή δακρύων. Και όμως, σαν να το έκανε
επίτηδες η συγγραφέας, σε όλες σχεδόν τις σκηνές (εκμεταλλευόμενη το ελαφρό Αλτσχάιμερ
της Κατερίνας) συνόδευε αστραπιαία κάθε φράση που συγκινούσε με μια άλλη που
προκαλούσε τουλάχιστον το χαμόγελο, πολλές φορές και τον γέλωτα. Ένα λεπτεπίλεπτο μελετημένο παιχνίδι συναισθημάτων όλο το έργο,
μια συνεχής αναρρόφηση δακρύων. Σαν να ήθελε η συγγραφέας να μας περάσει το μήνυμα
ότι όσο και δύσκολη να είναι η ζωή ας την αντιμετωπίσουμε με χιούμορ. Η αγάπη πάει
παρέα με το γέλιο. Στο ταξίδι της επιστροφής στο λεωφορείο (όπως και
πολλοί άλλοι συνεπιβάτες μου είμαι σίγουρος) σκεπτόμουν το που άραγε θα καταλήξω
στα γηρατειά μου, όχι πολλά χρόνια μακριά από το σήμερα. Όλα είναι πιθανά σκεπτόμουν.
Αλλά παρηγορήθηκα, αφού μου θύμισαν ότι, ότι και να συμβαίνει στο σώμα μου και
στο νου μου, πάντα θα ελέγχω την ψυχή μου. Στην οποία θα βρίσκω το πανίσχυρο
όπλο που μπορεί να με σώσει. Την αγάπη (για ν’ αγαπάς, όχι ν’ αγαπιέσαι). Εντυπωσιακή λοιπόν, η παρθενική εμφάνιση της Χριστίνας
Λαμπούση στα συγγραφικά θεατρικά πράγματα. Και έπεται συνέχεια. Ακούγεται ότι
έχει συγγράψει και άλλα έργα και βρίσκεται στην διαδικασία ανεβάσματός τους. Νομίζω
ότι είναι καιρός να ακούσουμε και την γνώμη επωνύμων κριτικών του χώρου. Εγώ
πάντως, ως μελετητής του αειμνήστου Κώστα Γεωργουσόπουλου, ένα έχω σίγουρο.
Στην λίστα που είχε συντάξει, υποστηρίξει και προωθήσει με του νέους Έλληνες Θεατρικούς
Συγγραφείς (με πατριάρχη τον Ιάκωβο Καμπανέλλη) θα συμπλήρωνε, εν καιρώ, και
χωρίς καμία αμφιβολία, και το όνομα της κας Χριστίνας Λαμπούση. Νίκος Μαυρομιχάλης