Ένα έργο που θεωρείται σχεδόν από όλους ένα αριστούργημα: Η εικόνα της Ανάστασης -εις Άδου Καθόδου του Χριστού- στην κόγχη του Παρεκκλησίου της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη
Πάντα σκεφτόμουνα τι πραγματικά κάνει ένα έργο
τέχνης, και δη μια εικόνα, να είναι ή να θεωρείται αριστούργημα. Υπάρχει άραγε
κάποιο κριτήριο που να απαντά σε ένα τέτοιο ερώτημα; Λόγου του εορτασμού του Πάσχα των ορθοδόξων
χριστιανών θα προσπαθήσω να καταθέσω μερικές σκέψεις για ένα έργο που θεωρείται
σχεδόν από όλους ένα αριστούργημα. Την εικόνα της Ανάστασης -εις Άδου Καθόδου
του Χριστού- στην κόγχη του Παρεκκλησίου της Μονής της Χώρας στην
Κωνσταντινούπολη. Α. Το έργο είναι τοιχογραφία και γι’ αυτό η
σύνθεση του αναπτύσσεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να καταλάβει όλον τον χώρο της
Κόγχης και να δέσει με όλα τα υπόλοιπα του εικονογραφικού προγράμματος. Αυτό είναι η πρώτη ένδειξη σοφής διαχείρισης
του χώρου που κάνει το έργο άμεσα λειτουργικό ως προς το κτίσμα του ναού αλλά
και ως προς τους πιστούς. Εφόσον ο διάλογος της εικόνας με τον χώρο
είναι καλός, ο θεατής δεν βλέπει τον χώρο καθεαυτό πλέον, αλλά την εικόνα που
έχει γίνει ένα με τον χώρο. Ο χώρος έχει μεταμορφωθεί σε αφήγηση, σε σχέσεις
γραμμών και χρωμάτων και απέκτησε χρόνο και έκταση. Τόση έκταση όση χρειάζεται
ο θεατής, για να ‘διαβάσει’ την εικόνα. Αυτό είναι η πρώτη σοβαρή ένδειξη πως
πρόκειται για ένα έργο τέχνης πολύ καλό και λειτουργικό, κάτι που συμβάλλει
δηλαδή στην συνέχιση και ανάπτυξη της ζώνης της κοινότητας. Κάτι άλλο που επίσης προδίδει την Μαεστρία του
ζωγράφου ειναι η σοφή διαχείριση του κενού χώρου σε σχέση με την πυκνότητα του
έργου. Το έργο δίνει την εντύπωση πως γεμίζει τον χωρό πολύ αλλά αυτό πυκνώνει
την δράση και δίνει μεγαλύτερη ένταση στην λυτρωτική ενέργεια του Χριστού. Β. Η σύνθεση του έργου οργανωμένη πάνω στις
αρχές της βυζαντινής ζωγραφικής. Χαρακτηρίζεται από έξοχο ρυθμό που είναι ένα
από τα μεγαλύτερα ευρύτατα του ελληνικού πολιτισμού. Ο ρυθμός διαχειρίζεται τις
σχέσεις των μελών ενός έργου και όλες τις σχέσεις που αναπτύσσονται επάνω στην
επιφάνεια με τρόπο αντιστικτικό-διαλεκτικό δημιουργώντας έτσι μια κατάσταση
δυναμικής ισορροπίας. Αυτή κατάσταση δίνει στο έργο διαρκή ενέργεια-κίνηση αλλά
και σταθερότητα-ησυχία. Αυτό ισχύει για όλα τα έργα του ελληνικού
τρόπου. Όμως στην Ανάσταση της Μονής της Χώρας οι ποιότητες του ρυθμού -και άρα
η λειτουργία του έργου εσωτερικά αλλά και ως προς τον θεατή- είναι εκπληκτικές
και αυτό είναι, θαρρώ, που μπορεί να κατατάξει το έργο αυτό των αρχών του 14ου
αιώνα στα αριστουργήματα της παγκόσμιας ζωγραφικής τέχνης. Όλη η σύνθεση στηρίζεται σχεδιαστικά και
χρωματικά στην κεντρική φιγούρα του Χριστού που ολόλευκος κατέρχεται στον Άδη
και σηκώνει από την κατάσταση του θανάτου τους προπάτορες Αδάμ και Εύα, δηλαδή
όλο το γένος των ανθρώπων. Η ρυθμική αγωγή στην φιγούρα αυτού είναι υπέροχη.
Όλα επάνω σε χιαστί τεμνόμενους άξονες που δεν έχουν μεγάλη απόκλιση και γι’
αυτό δεν δημιουργούν ένταση, αλλά μια αλλά μια τρυφερή κίνηση , ήσυχη και
αγαπητική, μιά πατρική αγκαλιά. Ο Χριστός στρέφεται προς τα αριστερά, αλλά η
κεφαλή του στρέφεται αριστερά, ενώ το βλέμμα του επανέρχεται στα αριστερά με
παράδοξο τρόπο αλλά όλα γίνονται χάριν της ρυθμικής αγωγής και λειτουργίας του
έργου ως προς τον θεατή. Τι σημαίνει όμως αυτό; ποιά είναι αυτή η
εκκλησιολογική λειτουργία της εικόνας ; Όπου κι αν σταθεί ο θεατής, ο κάθε θεατής
ανεξαρτήτως πνευματικών προϋποθέσεων, μπροστά στο έργο θα έχει την αίσθηση, όχι
την ψευδαίσθηση, πως ο Χριστός τον πλησιάζει και τον κοιτά. Είναι μια διαρκής
παρουσία. Αυτό είναι το ζητούμενο σε κάθε εικόνα. Να παροντοποιήσει όσα
εικονίζει, να τα φέρει στο λειτουργικό παρόν του χωρόχρονου της Θείας
Ευχαριστίας, στην «πραγματικότητα» όπου συναντώνται το παρελθόν, το παρόν και
το μέλλον στην ?ν Χριστ? κοινωνία. Και ο ζωγράφος της Μονής της Χώρας το κάνει
αυτό εξαιρετικά. Ο Χριστός, αρχοντικά στημένος με ελαφριά κλίση του σώματος,
παρίσταται και ελευθερώνει τους θνητούς ανθρώπους από τον θάνατο, τους φέρνει
στην ζωή και στην χαρά. Και δες πως έφτιαξε ο ζωγράφος του ανθρώπους γύρω από
τον Χριστό. Ο Αδάμ τεντώνεται για να τον φτάσει ο Χριστός, ενώ η Εύα απλώνει με
περισσότερη συστολή, σχεδόν διστακτικά, το χέρι της, για να την πιάσει Εκείνος. Υπέροχη καταγραφή όχι συναισθημάτων, αλλά της
δίψας της ύπαρξης για κοινωνία, για ζωή. Κι ο Χριστός κρατά σφικτά τους καρπούς των
χεριών τους, για να μην του ξεφύγουν και τους χάσει και τους εκτινάσσει μέσα
από τις σαρκοφάγους, τους τάφους τους, τους φέρνει κοντά Του, στη ζωή. Λυτρωτής
και νικητής που πατά επάνω στον προσωποποιημένο θάνατο και συντρίβει το κράτος.
Γυαλιά καρφιά κάνει την εξουσία του που σκορπίζουν ολόγυρα μέσα στο σκοτάδι που
ζουν όλες οι εξουσίες. Και ολόγυρα άλλοι άνθρωποι της Παλαιάς
Διαθήκης. Γνωστοί δίκαιοι αλλά και άλλοι άνθρωποι που καρτερούν όλοι το μεγάλο
ποθούμενο, τη ζωή. Όλοι στραμμένοι προς αυτόν σε προσδοκία. Δεν δηλώνουν οι
μορφές τους συναισθήματα αλλά η στάση τους και η κίνηση των χεριών τους,
εκφράζει την υπαρξιακή τους κατάσταση, την αγωνία τους για ζωή, την αναφορά
στην πηγή της ζωής. Μη μακρηγορώ. Γ. Χρωματικά η σύνθεση εκκινεί από το σκούρο
μαύρο-μπλε του κάμπου. Επάνω σε αυτό το σκούρο, ψυχρό στοιχείο ο ζωγράφος της
Χώρας απλώνει μια χρυσή βαθιά ώχρα, ένα θερμό χρώμα που παραπέμπει στη γη μέσα
στην οποία κατέρχεται ο Χριστός, στον Άδη. Εδώ δεν έχουμε κάποια συμβολική χρήση του
χρώματος της ώχρας, όπως πολύ συχνά ακούγεται, αλλά μια συναφειακή σήμανση μέσω
του χρώματος. Εδώ, στη συγκεκριμένη συνάφεια, η ωχρά σημαίνει τη γη. Αλλού, σε
άλλη συνάφεια, σε άλλες συνθέσεις θα σημάνει αλλά. Επάνω σε αυτόν τον χρυσό κάμπο θα απλώσει
καταρχάς ο ζωγράφος με τέχνη μοναδική στο κέντρο της σύνθεσης δύο λευκά. Το
ένα, το ψυχρό λευκό, είναι αυτό της δόξης πού περιβάλλει τον Χριστό. Το άλλο το θερμό, είναι το λευκό των ενδυμάτων
Του που αναδύονται μέσα από λαδιά χρώματα και είναι σα να βγαίνουν μέσα από την
ώριμη, ψημένη από ήλιο και θάλασσα γη. Η λεπτή αυτή αντίστιξη δυο λευκών είναι
αριστοτεχνική. Μέσα στο ολόφωτο αυτό λευκό περιβάλλον γράφει ο ζωγράφος τη
χρυσή ωχρά του φωτοστέφανου σαν κόσμημα και στολίδι, δημιουργώντας με τον τρόπο
αυτό μια λεπτή αντίστιξη τόνων που την χρειάζεται η σύνθεση του για να «δέσει».
Η λεπτότητα όμως με την οποία χειρίζεται τα λευκά και τους τόνους τους ανοικτού
και του σκούρου είναι μοναδική. Γύρω από τον κεντρικό αυτό πυρήνα έρχεται ο
ζωγράφος του παρεκκλησίου της Χώρας να γράψει τις δύο ομάδες των Δικαίων της
Π.Δ. Σαν ανθάκια, σαν αγριολούλουδα των αγρών τα
φτιάχνει δομημένα πανέμορφα με ωραία καθαρά χρώματα. Λίγα χρώματα, σοφά όμως
κατανεμημένα για να μην γίνεται φασαρία. Επιθυμεί ο ζωγράφος με την διαχείριση
και συσχετισμό των χρωμάτων να μένουν οι μορφές ευδιάκριτες και ωραίες, να
γλυκαίνουν τις αισθήσεις χωρίς όμως να τις εγκλωβίζουν σε έναν υπερβολικό και
άχρηστο αισθητικό διάλογο. Διότι το ζητούμενο δεν είναι οι αισθητικές αξίες -αν
υπάρχουν αντικειμενικά κάποιες τέτοιες-, αλλά κάτι πέραν αυτών. Πέραν της
αρμονίας και της μελωδίας των χρωμάτων, είναι η λειτουργία, η αγωνία δηλαδή να
φτάσει ο θεατής στο γεγονός, στα πρόσωπα και στα πράγματα, στη συνάντηση μαζί
τους και σε μια αίσθηση κοινωνίας. Δύο τσαγαλί χρώματα επιλέγει ο ζωγράφος με
μαεστρία εκατέρωθεν του Χριστού για να στήσει τις δυο ομάδες. Ένα για το ένδυμα
του Προφητάνακτος Σολομώντος και το άλλο για το ένδυμα του πρώτου αθώου νεκρού,
του Άβελ. Γύρω από αυτό το ανοικτό και τρυφερά, νοσταλγικό ψυχρό χρώμα χτίζει
με ωραίες αντιστίξεις θερμών και ψυχρών. Κόκκινα, βυσσινιά, λίγα εκρηκτικά μπλε
και μερικές καφετιές σιέννες που μοιάζουν να αγκαλιάζουν και να ακομπανιάρουν
ως μπάσα τις συγχορδίες των ενεργητικών χρωμάτων. Μια πανήγυρις χρωμάτων!
Μελωδίες ήσυχες που καλούν, αλλά όχι ως Σειρήνες θανατηφόρες. Δεν εγκλωβίζουν
τον θεατή στην λαμπρότητά τους , δεν τον καθηλώνουν στην ομορφιά τους, αλλά τον
καλούν διακριτικά, λειτουργούν συνεργατικά για να φτάσει ο θεατής να περάσει
στην άλλη μεριά της ιστορίας εκεί όπου δεν βασιλεύει πλεόν ο Θάνατος αλλά η
ζωή, εκεί όπου ίσταται Αναστημένος, ολόλαμπρος ο Χριστός που σώζει όσους
ελεύθερα κοιτούν προς αυτόν, όσους προστρέχουν σε Αυτόν και την Σταυραναστάσιμη
Αγάπη Θαρρώ πως ναι, είναι ένα αριστούργημα η εικόνα
αυτή, φτιαγμένη αιώνες πριν σε καιρούς δύσκολους για τους Ελληνόφωνους του
Βυζαντίου, δείγμα άριστο μιας τέχνης λαμπρά ταπεινής και σεμνά ένδοξης που
ξέρει να παρουσιάζει χωρίς να καταφεύγει σε θεατρινίστικα τεχνάσματα και
αναπαραστάσεις φτωχές που δείχνουν ένα παγωμένο, σταματημένο παρελθόν αλλά
αδυνατούν να φέρουν εδώ, να παροντοποιήσουν τα απόντα κομίζοντας παραμυθία και
καλή χαρά. Γεώργιος Κόρδης, kordis.gr