Και ο Μακάριος ο Λαζαρίδης -κάθε Λαζαρίδης- είναι σαν εκείνα τα έπιπλα από το ΙΚΕΑ, έρχονται με οδηγίες, αλλά ποτέ δεν τις διαβάζει κανείς. Τα στήνουν κάπου, λίγο στραβά, λίγο πρόχειρα, και μετά λες «ε, εντάξει μωρέ, κάνει τη δουλειά»
Κάποτε, σε μια χώρα που λεγόταν «Ελλάδα
ψηφιακή διακυβέρνηση 2.0», γεννήθηκε ένας νέος τύπος ανθρώπου: ο «Άριστος».
Όχι, όχι αυτός που διάβαζε, που δούλευε, που ίδρωνε. Μιλάμε για τον άλλον. Τον άριστο by default. Τον εργοστασιακό. Και κάπου εκεί, ξεπροβάλλει και η περίπτωση
Μακάριου Λαζαρίδη. Ένα παιδί-θαύμα του συστήματος. Από αυτά που δεν χρειάζεται
να αποδείξουν τίποτα - γιατί έχουν ήδη αποδείξει ότι… γνωρίζουν τους
κατάλληλους ανθρώπους. Σου λέει ο άλλος: «Είναι άριστος!» Και ρωτάς: — Σε τι; — Ε, άριστος γενικά. Σαν να λέμε «είναι καλό παιδί, χαιρετάει στη
γειτονιά». Και φυσικά, όλα αυτά κάτω από τη μεγάλη
ομπρέλα της αριστείας του Κυριάκου Μητσοτάκη. Εκεί που η λέξη «άριστος» έγινε
κάτι σαν το Wi-Fi: υπάρχει παντού, αλλά ποτέ δεν πιάνει εκεί που το χρειάζεσαι. Γιατί ο άριστος στην Ελλάδα δεν είναι αυτός που
φτιάχνει κάτι. Είναι αυτός που… τοποθετείται κάπου. — Πού πας παιδί μου; — Με τοποθετούν. — Τι ξέρεις να κάνεις; — Να τοποθετούμαι. Και ο Μακάριος ο Λαζαρίδης -κάθε Λαζαρίδης-
είναι σαν εκείνα τα έπιπλα από το ΙΚΕΑ, έρχονται με οδηγίες, αλλά ποτέ δεν τις
διαβάζει κανείς. Τα στήνουν κάπου, λίγο στραβά, λίγο πρόχειρα, και μετά λες «ε,
εντάξει μωρέ, κάνει τη δουλειά». Μόνο που εδώ δεν είναι τραπεζάκι. Είναι
κράτος. Και ο πολίτης από κάτω, να κοιτάει σαν τον
θείο στο γάμο. — Ποιος είναι αυτός ρε; — Δεν ξέρω, αλλά τον έβαλαν. Και κάπως έτσι, η «αριστεία» έγινε το πιο
επιτυχημένο ανέκδοτο της εποχής. Και αν ζούσε σήμερα ο Χάρρυ Κλυνν, θα έλεγε: «Ρε παιδιά, δεν έχω τίποτα με τους άριστους.
Με τους… πρόχειρους άριστους έχω πρόβλημα. Αυτούς που αν τους βγάλεις από τη
θέση τους, δεν ξέρουν ούτε πού είναι το on/off.» Αλλά μην ανησυχείς. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει
off. Μόνο reset. Και αυτό… το πληρώνουμε κάθε φορά. Η αποκάλυψη του Λογιστή «Ακούστε ρε, ακούστε να δείτε τι γίνεται σ΄
αυτή τη χώρα των λωτοφάγων! Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με πολιτικό, εδώ έχουμε
να κάνουμε με το Όγδοο Θαύμα του ΕΦΚΑ! Ρε Μακάριε, παιδί μου, 15.000 ένσημα; Τι
είσαι, ρε; Ο Μπεν Χουρ της μισθωτής εργασίας; Δηλαδή εσύ, την ώρα που η μαμά
σου σου φόραγε τη σαλιάρα για να φας την κρέμα "Άνθος Αραβοσίτου",
εσύ χτύπαγες κάρτα στη βιοτεχνία και υπέγραφες συλλογικές συμβάσεις; Από το
μαιευτήριο "Μητέρα" πήγες κατευθείαν στο ΙΚΑ για απογραφή 50 χρόνια προϋπηρεσία
σε 50 χρόνια ζωή! Μιλάμε για τον άνθρωπο που κόλλαγε ένσημα και στον ύπνο του!
Ο μόνος Έλληνας που δούλευε υπερωρία μέσα στην κοιλιά της μάνας του!
"Κλωτσάει το έμβρυο", έλεγε ο γιατρός. "Όχι, ρε, το βιβλιάριο
ενσήμων σφραγίζει", έλεγε ο λογιστής! Κι εσύ ρε Κασσελάκη, τι του ζητάς πτυχία; Τι
να το κάνει το πτυχίο ο άνθρωπος-στραχανόφ; Εδώ ο Μακάριος έχει ένσημα από την
εποχή που ο Περικλής έχτιζε τον Παρθενώνα και του ΄κανε τα μερεμέτια τα
Σαββατοκύριακα "μαύρα"! Αν συνεχίσει έτσι, μέχρι το Πάσχα θα έχει βγει
στη σύνταξη, θα έχει πάρει εφάπαξ και θα διεκδικεί και αναδρομικά από την εποχή
του Όθωνα! Ρε, δεν είναι καριέρα αυτή, είναι μεταφυσική
εμπειρία! Είναι το "Fast & Furious" του ασφαλιστικού συστήματος!
Γεια σου ρε Μακάριε, που δούλευες από νήπιο και αντί για πιπίλα, σου δίνανε
σφραγίδα για το Πρωτόκολλο! Ελλάς το μεγαλείο σου... και τα ένσημά σου να
΄ναι χίλια, που λέει ο λόγος, αλλά για τον Μακάριο βάλε δεκαπέντε χιλιάδες να
βρίσκονται!» Δώσε περιεχόμενο στην αξιολόγηση στων
εκπαιδευτικών… Η σκέψη του Κυριάκου Μητσοτάκη μετά το
Υφυπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης να τοποθετήσει ο Μακάριος στο Υπουργείο
Παιδείας, έχει θητεία ειδικού συμβούλου επί Μαριέττας, για να δώσει ουσία και
περιεχόμενο στην αξιολόγηση στων εκπαιδευτικών. Είναι καταπληκτική Δηλώνοντας ο Μητσοτάκης : «Θέλω άριστους να
αξιολογούν». Και τσακ πετάγεται ο Λαζαρίδης. Με καλό
πτυχίο! Με εμπειρία. Με 15000 ένσημα. Έχει περάσει και από κοινοβουλευτικές
εξεταστικές επιτροπές. Όχι απλά από το πουθενά - από το… πουθενά με
γνωριμίες. — Εσύ! Θα είσαι — Εγώ; — Ναι, εσύ. Θα πας να αξιολογήσεις δασκάλους. — Μα εγώ δεν… — Δεν πειράζει. Έχεις το βασικό προσόν. — Ποιο; — Σε ξέρουμε. Και τσακ φτάνει ο αξιολογητής στο σχολείο. Μπαίνει στην τάξη. Κοιτάει τον πίνακα. Κοιτάει
τα παιδιά. Κοιτάει τον δάσκαλο. — Τι κάνετε εδώ; — Μάθημα. — Α, μάλιστα… και αυτό το κάνετε κάθε μέρα; Κρατάει σημειώσεις: «Ο δάσκαλος χρησιμοποιεί κιμωλία. Δεν έχει διαδραστικό πίνακα. Μείον ένα.» «Τα παιδιά ρωτάνε. Ανεξέλεγκτη συμμετοχή. Μείον δύο.» «Ο δάσκαλος φαίνεται να ξέρει το αντικείμενο. Ύποπτο. Να ελεγχθεί.» Και στο τέλος, βγάζει το πόρισμα: «Ο εκπαιδευτικός χρήζει βελτίωσης. Δεν έχει
καμία εμπειρία στο να τοποθετείται σωστά σε επιτροπές.» Και τον ρωτάει ο δάσκαλος με εμφανή απορία: — Συγγνώμη, εσείς τι σπουδάσατε; Και απαντάει με περηφάνια: — Σπούδασα… εμπιστοσύνη. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι η αξιολόγηση
στην Ελλάδα είναι σαν να βάζεις τον πελάτη να κρίνει τον μάγειρα… αφού πρώτα
του έχεις πει τι να πει. Και κάπου εκεί, όλα μπαίνουν στη θέση τους. Στην Ελλάδα της νέας αριστείας, η γνώση είναι
απλώς μια λεπτομέρεια. Η εμπειρία μια ενόχληση. Και η αξιολόγηση μια τελετουργία επιβεβαίωσης. Δεν έχει σημασία αν μπορείς να διδάξεις. Σημασία έχει αν μπορείς να σταθείς δίπλα σε
αυτούς που αποφασίζουν ποιος διδάσκει. Έτσι, η κοινωνία μοιάζει όλο και περισσότερο
με μια παράσταση όπου οι ρόλοι έχουν μοιραστεί από πριν. Οι πρωταγωνιστές δεν
κάνουν οντισιόν - συστήνονται. Και οι θεατές δεν χειροκροτούν - απλώς
συνηθίζουν. Κι αν κάποιος τολμήσει να ρωτήσει «μα αυτό
είναι αριστεία;», η απάντηση έρχεται έτοιμη, καθαρή, χωρίς περιττές εξηγήσεις: «Αυτό είναι το σύστημα.» Ένα σύστημα που λειτουργεί άψογα - αρκεί να
μην το κοιτάξεις πολύ προσεκτικά. Γιατί αν το κοιτάξεις, θα δεις ότι δεν υπάρχει
κανένα κουμπί να το κλείσεις. Παναγιώτης Κουμουνδούρος