Η ηρωική Άνοιξη του γυναικείου προλεταριάτου
Αν θέλουμε να δούμε την Ιστορία όχι σαν μια
στεγνή παράθεση ημερομηνιών, αλλά σαν μια ζωντανή ανατομία της ανθρώπινης
εκμετάλλευσης, τότε αυτοί οι στίχοι είναι το καλύτερο νυστέρι. Αν ανοίξετε τα
βιβλία της σχολικής Ιστορίας, θα διαβάσετε για ηρωικούς θανάτους και μεγάλες
ιδέες. Δεν θα διαβάσετε όμως ποτέ για τον αργό θάνατο της «ορφανής» στον
αργαλειό. Γιατί η ελληνική αστική τάξη, αυτό το υβρίδιο που γεννήθηκε από τη
μήτρα της μικροϊδιοκτησίας και θήλασε το γάλα του μεταπρατισμού, προτιμά να
θυμάται τους εθνικούς ευεργέτες και να ξεχνά τα παιδιά που τους πλήρωσαν το
παντελόνι. Κάτω από τον καπνό των καμινάδων, το λαϊκό
τραγούδι ψιθύριζε μια σκληρή αλήθεια «Του
Μπολονάκη η φάμπρικα σφυρίζει, ξημερώνει Βόηθα,
Χριστέ, την ορφανή, στον αργαλειό που λιώνει» Στον Πειραιά του τέλους του 19ου αιώνα, το
σφύριγμα της φάμπρικας δεν ήταν προσκλητήριο για δουλειά· ήταν ο επιθανάτιος
ρόγχος της παιδικής ηλικίας. Μέσα στις εργατογειτονιές και τις υγρές
βιοτεχνίες, εκεί που ο καπνός της «προόδου» έπνιγε τον ορίζοντα, γεννιόταν το
πρώτο γυναικείο προλεταριάτο της χώρας. Μια στρατιά από «αόρατες» υπάρξεις που
δεν διάλεξαν τη μοίρα τους, αλλά ρίχτηκαν στις μυλόπετρες της εκκολαπτόμενης
ελληνικής αστικής τάξης. Ο Έλληνας αστός, αυτό το υβρίδιο κοτζαμπάση
και μεταπράτη, κατάλαβε νωρίς ότι για να στήσει «βιομηχανία» χωρίς να πληρώσει
φράγκο, χρειαζόταν ένα εργατικό δυναμικό που να μην μπορεί να αρθρώσει λέξη.
Και ποιος είναι πιο βολικός από ένα ορφανό κορίτσι; Αυτές οι γυναίκες, συνήθως ορφανά κορίτσια και
πρόσφυγες που η ζωή τους είχε στερήσει τα πάντα πριν καν τους δώσει τα
στοιχειώδη, αποτέλεσαν την πρώτη μαγιά της εργατικής μας τάξης. Ενώ οι «εθνικοί
ευεργέτες» με τα ψηλά καπέλα μετρούσαν κέρδη στα σαλόνια, αυτές οι «ορφανές»
μετρούσαν ώρες πάνω στον αργαλειό, λιώνοντας μαζί με τα νήματα, κάτω από το
βλέμμα ενός Θεού που έμοιαζε να αργεί όσο και το σχόλασμα. Δεν ήταν απλώς εργάτριες· ήταν οι πρώτες που
ένιωσαν στο πετσί τους τι σημαίνει να είσαι η «φτηνή ύλη» μιας ανάπτυξης που
χτιζόταν πάνω στην εξαθλίωση. Το λαϊκό τραγούδι δεν ήταν τέχνη· ήταν η κραυγή
μιας τάξης που άρχιζε να συνειδητοποιεί πως, αν δεν βοηθήσει η ίδια τον εαυτό
της, ούτε ο Χριστός ούτε το αφεντικό θα το έκαναν. Ας δούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Στην
Ελλάδα του 19ου αιώνα, ο καπιταλισμός δεν ήρθε με επενδύσεις, αλλά με
«εξαναγκαστική ένταξη». Οι ελεύθεροι τεχνίτες της εποχής, αυτοί οι περήφανοι
μικροπαραγωγοί, αντιστέκονταν στην προλεταριοποίηση. Προτιμούσαν να πεινάσουν
παρά να γίνουν υπάλληλοι. Έτσι, το κεφάλαιο βρήκε τη λύση στην προσφυγιά και
την ορφάνια. Στην Ελλάδα, ως γνωστόν, η Ιστορία γράφεται με δύο τρόπους: με το
αίμα των κορόιδων και με το μελάνι των απατεώνων. Και η ιστορία του γυναικείου
προλεταριάτου στη χώρα της φουστανέλας και του κακομοιριασμένου καπιταλισμού,
είναι το κλασικό παράδειγμα της «εθνικής μας συγκρότησης» πάνω στα κόκαλα των
πιο αδύναμων Το 1847, ο Λουκάς Ράλλης στήνει το εργοστάσιό
του στο Μεταξουργείο. Οι εργάτριες, ανήλικα ορφανά. Το μεροκάματο; Μία δραχμή.
Όσο ακριβώς κόστιζε ένα ζευγάρι αγγλικές κάλτσες του «φιλάνθρωπου» βιομήχανου.
Δούλευες μια μέρα για να αγοράσεις δυο κάλτσες. Ιδού η «κοινωνική ευαισθησία»
των προγόνων μας. Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο και τη χολέρα του
1854, ο Πειραιάς γέμισε πτώματα και ορφανά. Αυτά τα ορφανά έγιναν η μαζική βάση
της ελληνικής βιομηχανίας. Ήταν η εποχή που η λέξη «δουλειά» σήμαινε
κυριολεκτικά δουλεία. Η λέξη «δουλικό» δεν ήταν τυχαία. Η εξαρτημένη εργασία
θεωρούνταν τότε μια μορφή προσωπικής υποδούλωσης που προσέκρουε στα συντηρητικά
ήθη, όμως η ανάγκη για επιβίωση ήταν ισχυρότερη από την κοινωνική κατακραυγή. Το ελληνικό κράτος, πατριαρχικό μέχρι το
μεδούλι, σκάρωσε μια υπέροχη δικαιολογία για να μην πληρώνει: Η γυναικεία
εργασία, σου λέει, είναι «συμπληρωματική». Ο άντρας φέρνει το ψωμί, η γυναίκα
το αλάτι. Αποτέλεσμα; Ενώ ο άντρας έπαιρνε 4 δραχμές, η
εργάτρια έπαιρνε από 50 λεπτά έως 1,5 δραχμή. Μιλάμε για μια διαφορά της τάξης
του 80%. Η εκμετάλλευση δεν ήταν μόνο ταξική, ήταν και έμφυλη. Η γυναίκα στη
φάμπρικα ήταν το «εργαλείο με τη φούστα», προορισμένο να δουλεύει 12 ώρες την
ημέρα, ακόμα και τις Κυριακές, χωρίς ασφάλιση, χωρίς σύνταξη, χωρίς αύριο. Η Επανάσταση της Σαΐτας δεν άργησε να έρθει. Η απεργία των ραπτεργατών και ραπτεργατριών
στην Αθήνα, η οποία κορυφώθηκε κυρίως το 1883, αποτελεί έναν από τους πρώτους
και πιο συγκλονιστικούς σταθμούς στην ιστορία του ελληνικού εργατικού
κινήματος. Ήταν η εποχή που η «βελόνα» άρχισε να τρυπάει τη σάρκα της
εργοδοτικής αυθαιρεσίας. Ο ράφτης της Αθήνας του 1880 δεν ήταν τεχνίτης,
ήταν ένας κατάδικος της κλωστής. Δούλευε σε τρύπες που η μούχλα ανταγωνιζόταν
τη δυσοσμία, για να φοράει ο «κύριος» το φράκο του και να κάνει
περίπατο στην Πανεπιστημίου. Όταν λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι αποφάσισαν να
σταυρώσουν τα χέρια, η Αθήνα έπαθε σοκ. Δεν ήταν απλώς μια στάση εργασίας· ήταν
η πρώτη φορά που το «ψαλίδι» της εργατικής τάξης προσπάθησε να κόψει
το κοστούμι της εξουσίας στα μέτρα του δίκιου Η απεργία αυτή, αν και δεν έφερε άμεσα την
«επανάσταση», κατάφερε κάτι πολύ σημαντικότερ, έσπασε τον φόβο. Έδειξε ότι η
βελόνα μπορεί να γίνει όπλο στα χέρια εκείνων που παράγουν τον πλούτο της
χώρας. Φτάνουμε λοιπόν στις 13 Απριλίου 1892. Στο
εργοστάσιο των αδελφών Ρετσίνα στον Πειραιά, το σκηνικό ήταν ιδανικό για τον
εργοδότη. Είχε προσλάβει ολόκληρες οικογένειες. Αν επαναστατούσε ένας, πείναγαν
όλοι. Η απόλυτη ομηρία. Οι γυναίκες δούλευαν «με το κομμάτι». Έπαιρναν
80 λεπτά για κάθε τόπι υφάσματος. Και ξαφνικά, η εργοδοσία αποφασίζει να τους
κόψει 15 λεπτά. Να τις πάει στα 65. Μιλάμε για το ψωμί των παιδιών τους σε μια
εποχή που τα τρόφιμα είχαν ακριβύνει λόγω της κρίσης. Εκεί, οι 60 εργάτριες ενός εκ των πέντε
εργοστασίων, πέταξαν τις σαΐτες. Δεν ζήτησαν τον ουρανό με τ’ άστρα. Ζήτησαν τη
«διόρθωση του αδίκου». Η Καλλιρρόη Παρέν, η πρώτη Ελληνίδα φεμινίστρια που
κατάλαβε ότι η απελευθέρωση της γυναίκας περνάει από το πορτοφόλι και όχι μόνο
από το καπέλο, έγραψε στην «Εφημερίδα των Κυριών»: «Πλουτίζοντες ολονέν δια του
ιδρώτος αυτών τα βαλάντια των εργοστασιαρχών». Η «Εφημερίς των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρέν
έγινε τότε η φωνή της οργής τους, στηλιτεύοντας την αδικία εκείνων που
πλούτιζαν «διά του ιδρώτος των πτωχών εργατίδων» την ώρα που το ψωμί ακρίβαινε.
Αν και η έκβαση εκείνης της πρώτης γυναικείας απεργίας χάθηκε στη λήθη του
χρόνου, η πράξη τους παρέμεινε ένας φωτεινός σταθμός. Εκείνη την ημέρα, το
γυναικείο προλεταριάτο έπαψε να είναι απλώς ένα στατιστικό μέγεθος και πήρε τη
θέση που του αναλογούσε στο μετερίζι της διεκδίκησης, αποδεικνύοντας πως η
αξιοπρέπεια δεν έχει φύλο, αλλά έχει φωνή. Αν και το τελικό αποτέλεσμα εκείνης της
απεργίας χάθηκε στη σκόνη του χρόνου, η πράξη τους παρέμεινε ως φάρος. Εκείνη
την Απριλιάτικη μέρα του 1892, οι «αόρατες» γυναίκες του Πειραιά απέδειξαν ότι
δεν ήταν απλώς συμπλήρωμα της παραγωγής, αλλά η συνειδητοποιημένη
εμπροσθοφυλακή ενός κινήματος που μόλις γεννιόταν. Δεν ξέρουμε αν νίκησαν. Η επίσημη ιστορία δεν
καταγράφει τις μικρές νίκες του πεζοδρομίου. Δεν ξέρουμε ακόμα αν κέρδισαν τη διαφορά των
15 λεπτών. Πιθανότατα τις έδειραν, τις απέλυσαν ή τις αντικατέστησαν με άλλες
πιο πεινασμένες. Όμως, εκείνη την ημέρα, η «ορφανή» του λαϊκού τραγουδιού
πέθανε και γεννήθηκε η εργάτρια. Κι αυτό, για την ελληνική αστική τάξη που
ήθελε τις γυναίκες κλεισμένες στο υπόγειο, ήταν η μεγαλύτερη ήττα. Γιατί, όπως θα έλεγε και ο μακαρίτης ο Μαρξ
(που ο Ρετσίνας μάλλον τον νόμιζε για μάρκα μπύρας), η συνείδηση ξεκινά από την
τσέπη. Και οι Ελληνίδες εργάτριες το 1892 κατάλαβαν ότι ο Χριστός βοηθάει, αλλά
η απεργία σώζει. Το γυναικείο προλεταριάτο στην Ελλάδα δεν
γεννήθηκε στα σαλόνια της Αθήνας, αλλά στη λάσπη του Πειραιά. Και η πρώτη
απεργία του 1892 είναι η απόδειξη ότι η ταξική συνείδηση δεν έχει φύλο, έχει
όμως μνήμη. Ας προσπαθούν όσο θέλουν οι ιστορικοί της καρέκλας να την πνίξουν
στις δαντέλες της «ένδοξης» ιστορίας μας. Εκείνη την Απριλιάτικη μέρα του 1892, οι
«αόρατες» γυναίκες του Πειραιά απέδειξαν ότι σήμερα, 134 χρόνια μετά, η μνήμη
τους μας θυμίζει πως το δίκιο δεν χαρίζεται - κερδίζεται πάνω στον αργαλειό της
ιστορίας. Παναγιώτης Κουμουνδούρος