(Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα «Το Δεσποτάτο του Μυστρά - ΙΙ», Περιφέρεια Πελοποννήσου, Έκδοση Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2021)
Αναφορικά τώρα με τον τόπο και τον τρόπο που
πέθανε ο Κωνσταντίνος. Οι μαρτυρίες όλων των Ελλήνων χρονικογράφων συμφωνούν
ότι έπεσε κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκτός από μία παράδοση που
αναφέρει ο Δούκας, σύμφωνα με την οποία πέθανε κάπου στη λεγόμενη Πύλη του
Χαρισίου. Ότι πάλι έπεσε από σπαθί Τούρκου μαρτυρούν και οθωμανικές πηγές,
καθώς και ο λόγος του πρωθυπουργού Νοταρά που απηύθυνε στον γιο του, την ώρα
που σφαζόταν μπροστά στα μάτια του, με εντολή του ίδιου του Πορθητή. Ο Τούρκος
ιστορικός Δ. Καντεμίρ, στο ιστορικό έργο του που έχει μεταφραστεί στη γερμανική
και αντλεί από οθωμανικές πηγές της εποχής της Άλωσης, βεβαιώνει, κατά τον Κ.
Παπαρρηγόπουλο, ότι ο αυτοκράτορας έπεσε αφού και ως στρατηγός και ως απλός
στρατιώτης έδειξε την πιο μεγάλη ανδρεία, εμψυχώνοντας τους γύρω του μαχητές.
Κατά τον Τούρκο ιστοριογράφο, «ὁ νεκρὸς αὐτοῦ εὑρέθη ἄνευ κεφαλῆς κείμενος ὑπὸ
νεαροῦ σημαιοφόρου, διὰ τοῦτο ὁ τόπος ἐκεῖνος μέχρι σήμερον καλεῖται ἀνήφρος
σημαιοφόρου Σανδζακτὰρ γιοκουσού». Κατά τον Κριτόβουλο, ο οποίος γνώριζε τα
πράγματα από ελληνική και τουρκική πηγή, πεθαίνοντας ο Κωνσταντίνος, φώναξε: «Ἡ
πόλις ἁλίσκεται καὶ ἐγὼ ζῶ ἔτι;» (Έπεσε η Πόλη και εγώ ζω ακόμη;). Κατά τον Δούκα, όταν οι Τούρκοι εφορμούσαν
μέσα από τα ερείπια των τειχών και σκότωναν τους αμυνόμενους, απελπίστηκε. Είχε
μείνει μόνος κρατώντας την ασπίδα και το σπαθί του και φώναξε: «Δεν υπάρχει
χριστιανός να πάρει το κεφάλι μου»; Ένας Τούρκος τον χτυπάει στο πρόσωπο, ο
Κωνσταντίνος του ανταποδίδει το χτύπημα, ενώ άλλος Τούρκος από πίσω τον χτυπά
καίρια και πέφτει νεκρός: «Ἐκ τῶν τειχέων οὖν οἱ πλεῖστοι διὰ τῶν ἐρειπίων εἰσήρχοντο,
καὶ τοὺς συναντώντας κατέκοπτον. Ὁ βασιλεὺς οὖν ἀπαγορεύσας ἑαυτόν, ἱστάμενος,
βαστάζων σπάθην καὶ ἀσπίδα, εἶπε λόγον λύπης ἄξιον… “οὐκ ἔστι τις τῶν Χριστιανῶν
τοῦ λαβεῖν τὴν κεφαλὴν ἀπ’ ἐμοῦ;” Ἥν γὰρ μονώτατος ἀπολειφθείς. Τότε εἷς τῶν
Τούρκων δοὺς αὐτῷ κατὰ πρόσωπον καὶ πλήξας καὶ αὐτὸς τῷ Τούρκῳ ἑτέραν ἐχαρίσατο.
τῶν ὄπισθεν ὁ ἕτερος καιρίαν δοὺς πληγήν, ἔπεσεν κατὰ γῆς. Οἱ γὰρ οὐκ ἤδεισαν, ὅτι
ὁ βασιλεύς ἐστιν, ἀλλ’ ὡς κοινὸν στρατιώτην τοῦτον θανατώσαντες ἀφῆκαν». Κατά τον Κριτόβουλο πάλι, μόλις ο Κωνσταντίνος
είδε τον Λόγγο, αξιωματούχο συμμαχητή ν’ αποχωρεί με τους δικούς του, έτρεξε
και τον ρώτησε πού πηγαίνουν. Εκείνος υποχωρώντας του απάντησε ότι ο Θεός
βοηθάει τους Τούρκους. Τότε ο Κωνσταντίνος στράφηκε προς τον Καντακουζηνό και
τους λίγους μαχητές που μάχονταν γύρω απ’ αυτόν, και τους παρότρυνε για μια
απελπισμένη αντεπίθεση λέγοντας: «Εμπρός, άνδρες, να ριχτούμε πάνω σ’ αυτούς
τους βαρβάρους!». Ο ίδιος ο Καντακουζηνός πέθανε γενναία. Σε επίθεσή τους, οι
Τούρκοι καταδιώκουν τους υπερασπιστές και χτυπούν στον ώμο τον Κωνσταντίνο, που
πεθαίνει: «…αὐτὸς οὖν ὁ βασιλεὺς πρὸς Καντακουζηνὸν καί τινας ὀλίγους ἀμφ’ αὐτὸν
ὄντας τραπόμενος ἔλεγεν “ἴωμεν, ἄνδρες, ἐπὶ βαρβάρους τούσδε”. Αὐτὸς ὅ τε
Καντακουζηνὸς ἀνὴρ γενόμενος ἀγαθὸς ἐτελεύτησε. Καὶ αὐτὸς ἐτράπετο, καὶ ἐπιόντες
καὶ διώκοντες ἔτρωσαν βασιλέα Κωνσταντῖνον εἰς τὸν ὦμον, καὶ ἐτελεύτησαν». (Για την αντιγραφή Παναγιώτης Ζηρίνης) (Συνεχίζεται)