Εκτύπωση

https://www.spartorama.gr/articles/85189-to-telos-tis-politikis-pistis-apo-ton-panagioti-koumoundouro/

Spartorama - Print | «Το Τέλος της Πολιτικής Πίστης» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο

«Το Τέλος της Πολιτικής Πίστης» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο

«Το Τέλος της Πολιτικής Πίστης» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο
Παρακολουθούμε τον θίασο των σύγχρονων κομματικών σχηματισμών και των πέριξ αυτού παραφυάδων να επιδίδεται σε ένα αδιάκοπο, δημόσιο πολιτικό στριπτίζ
Οδός Εμπόρων

Όταν η Ιστορία περνάει από το χειρουργικό κρεβάτι της κρατικής εξουσίας, το πρώτο πράγμα που ακρωτηριάζεται είναι η μνήμη. Και στην Ελλάδα, η μνήμη δεν είναι απλώς ελαττωματική, είναι επιλεκτική, εξαργυρώσιμη και, εσχάτως, διαθέσιμη προς ενοικίαση. Η παράδοση εκείνη που κάποτε τρεφόταν με το αίμα των εκτελεστικών αποσπασμάτων και την παγωμένη αξιοπρέπεια των ξερονησιών, κατάφερε στις μέρες μας να μεταβολιστεί σε κάτι άπειρα πιο εξευτελιστικό. Σε μια καλοκουρδισμένη γραφειοκρατική ρουτίνα, σε μια αγορά μετακλητών υπαλλήλων και σε μια ρεαλιστική πολιτική της καρέκλας.

Η ανάγκη να επιστρέψουμε στις αυθεντικές ιστορικές μαρτυρίες δεν είναι απλώς μια φιλολογική ή εκδοτική ανάγκη. Είναι ένα κατηγορητήριο. Ένα ανελέητο, δημόσιο ξεγύμνωμα της σημερινής πολιτικής αθλιότητας που αυτοαποκαλείται, με περίσσιο θράσος, «προοδευτικός χώρος». Είναι ένας καθρέφτης που αν τον κοιτάξουν οι σημερινοί ένοικοι των κομματικών γραφείων, θα έπρεπε να αλλάξουν χώρα από την ντροπή τους, αν βέβαια διέθεταν έστω και ένα δράμι από αυτήν.

Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, γιατί η πραγματικότητα που δεν ανέχεται τις συναισθηματικές σάλτσες, τις αγιογραφίες και τα κομματικά λιβανιστήρια. Οι άνθρωποι που έχτισαν αυτόν τον χώρο στους περασμένους αιώνες, οι παλιοί, αυθεντικοί αγωνιστές, των κοινωνικών διεκδικήσεων, των διώξεων και της προσφυγιάς, δεν ήταν επαγγελματίες της πολιτικής. Δεν είχαν τελειώσει πανεπιστήμια της ελίτ, ούτε είχαν κάνει σεμινάρια πολιτικού μακιγιάζ και πολιτικού μάρκετινγκ. Ήταν, με την ακριβή έννοια του όρου, εραστές μιας ιδέας.

Και ως γνωστόν ή τουλάχιστον ως γνωστόν σε όσους έχουν ανοίξει ένα βιβλίο πέρα από το εγχειρίδιο του φορολογούμενου, ο ερασιτέχνης (από το έρως και τέχνη) πράττει αποκλειστικά από αγάπη, από πάθος, από μια εσωτερική, ακατανίκητη ανάγκη. Αντίθετα, ο επαγγελματίας πράττει από συμφέρον, με βάση το ισοζύγιο εσόδων-εξόδων της καριέρας του.

Εκείνοι οι άνθρωποι, λοιπόν, δεν είχαν συμβόλαια με την ιστορία. Δεν είχαν εξασφαλισμένες θέσεις στα ψηφοδέλτια επικρατείας, δεν περίμεναν να εξαργυρώσουν τα ένσημα των κοινωνικών αγώνων στο χρηματιστήριο των κρατικών αξιωμάτων. Ρίχνονταν στη μάχη ξέροντας ότι το πιθανότερο κέρδος τους, η μοναδική σίγουρη «ανταμοιβή» τους, θα ήταν μια σφαίρα τα χαράματα, ένας βασανισμός στην Ασφάλεια, ή στην καλύτερη περίπτωση, μερικές δεκαετίες αργού θανάτου στα ξερονήσια.

Αυτή η λιτή, δωρική στάση των μαρτύρων του παρελθόντος αναδεικνύει κάτι που σήμερα φαντάζει εντελώς εξωτικό, σχεδόν μεταφυσικό για τον σύγχρονο, εκσυγχρονισμένο νεοέλληνα, την αίσθηση ότι η πολιτική είναι υπόθεση βαθιάς, υπαρξιακής πεποίθησης και όχι επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Εκείνη η παράδοση δεν γεννήθηκε για να κάτσει στις καρέκλες της εξουσίας και να διαχειριστεί την υπάρχουσα αθλιότητα με λίγο καλύτερους, πιο «ανθρωπιστικούς» όρους. Γεννήθηκε από την καθολική αμφισβήτηση της πραγματικότητας. Από ανθρώπους που αποφάσισαν να συγκρουστούν με το πεπρωμένο τους, χωρίς καμία εγγύηση επιτυχίας.

Και ερχόμαστε στο σήμερα. Στην εποχή της λεγόμενης «αριστερής μελαγχολίας», η οποία βέβαια στην ελληνική της, ιθαγενή εκδοχή δεν είναι καν μελαγχολία· είναι μια φτηνή, επαρχιώτικη αμηχανία, ανακατεμένη με μπόλικη ξεδιαντροπιά. Παρακολουθούμε τον θίασο των σύγχρονων κομματικών σχηματισμών και των πέριξ αυτού παραφυάδων να επιδίδεται σε ένα αδιάκοπο, δημόσιο πολιτικό στριπτίζ.

Στελέχη, βουλευτές και κομματικοί εγκάθετοι μετακινούνται από τον έναν πολιτικό χώρο στον άλλον με τη σεξουαλική άνεση, χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, σε οίκο ανοχής. Το πρόσχημα, φυσικά, είναι πάντα η «βαθιά ιδεολογική διαφωνία», η «διάσπαση για λόγους αρχών», η «προστασία της ταυτότητας».

Η πραγματικότητα πίσω από τις βαρύγδουπες διακηρύξεις είναι πολύ πιο πεζή και βρωμερή. Πρόκειται για την αγωνιώδη, λυσσαλέα αναζήτηση μιας νέας πολιτικής στέγης που θα εξασφαλίσει την επόμενη βουλευτική αποζημίωση, το επόμενο γραφειάκι σε κάποιο υπουργείο, την επόμενη καρέκλα εξουσίας.

Το πρόβλημα, προφανώς, δεν είναι η διαφωνία. Οι διαφωνίες και οι συγκρούσεις είναι το οξυγόνο της δημοκρατίας και, ιστορικά, η ίδια η φύση αυτού του χώρου, ο οποίος ανέκαθεν τρεφόταν με εσωτερικές αιρέσεις. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η πολιτική διαφωνία καταντά το όχημα, η αφετηρία μιας καθαρά προσωπικής διαδρομής προς την επόμενη νομή της εξουσίας. Όταν η προσκόλληση στα αξιώματα εμφανίζεται με το θράσος της «πολιτικής αναγκαιότητας», ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί την πλήρη, ξεκάθαρη άρνηση και προδοσία μιας ολόκληρης ιστορικής κληρονομιάς.

Η πολιτική στράτευση υποκλίθηκε, λοιπόν, με βαθιά υπόκλιση, μπροστά στην πολιτική καριέρα. Η συλλογική δράση, το «εμείς» των εργατικών στρωμάτων και των καταπιεσμένων, αντικαταστάθηκε από το πολιτικό μακιγιάζ, την καθοδήγηση της κοινής γνώμης ή διαστρέβλωση των γεγονότων και την επικοινωνιακή διαχείριση των μέσων ενημέρωσης. Το όραμα για μια άλλη κοινωνία περιορίστηκε στη μίζερη διαχείριση των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, και η ρήξη με την οργανωμένη αδικία αντικαταστάθηκε από τη «διαχείριση της καθημερινότητας».

Με λίγα λόγια, η σημερινή θεσμική Αριστερά δεν θέλει, δεν μπορεί και δεν διανοείται να αλλάξει τον κόσμο, θέλει απλώς να τον κυβερνήσει. Θέλει να εφαρμόσει το ίδιο ακριβώς αστικό, καπιταλιστικό σύστημα με τους δεξιούς αντίπαλούς της, αλλά με μια δόση «κοινωνικής ευαισθησίας», αυτή τη μεγαλύτερη, την πιο ξεπερασμένη πολιτική απάτη της μεταπολίτευσης.

Η ήττα δεν ήρθε από τα έξω. Δεν ήρθε από τα τανκς του αντιπάλου. Ήρθε εκ των έσω, με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο.

Αυτός ο χώρος δεν ηττήθηκε στα πεδία των μαχών. Εκεί, επαναλαμβάνω, δοξάστηκε και απέκτησε το ηθικό πλεονέκτημα που τον συντηρούσε για δεκαετίες. Ηττήθηκε οριστικά όταν μπήκε στα κυβερνητικά μέγαρα και ανακάλυψε τη γλυκάδα του κρατικού χρήματος και της εξουσίας. Ηττήθηκε όταν οι «επαναστάτες» των αμφιθεάτρων μετατράπηκαν σε κοστουμαρισμένους διαχειριστές της μιζέριας, εγκλωβισμένοι στην ανάγκη να διατηρήσουν πάση θυσία τη θέση τους μέσα στον κόσμο όπως αυτός υπάρχει, αντί να κάνουν το παν για να τον ανατρέψουν.

Η ροή των γεγονότων μάς πετάει στα μούτρα ένα ανελέητο, ένα τρομακτικό μέτρο σύγκρισης. Μας αναγκάζει, θέλουμε δεν θέλουμε, να κοιτάξουμε τη χαοτική, την ιλιγγιώδη απόσταση ανάμεσα στην πολιτική ως ιστορική, υπαρξιακή εμπειρία και στην πολιτική ως ανώνυμη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης.

Οι παλιοί αγωνιστές πορεύτηκαν χωρίς να γνωρίζουν αν θα δικαιωθούν ποτέ. Πολλοί από αυτούς πέθαναν στην προσφυγιά, ξεχασμένοι από θεούς και ανθρώπους, βλέποντας τα οράματά τους να συντρίβονται. Κι όμως συνέχισαν. Όχι επειδή πίστευαν ότι η νίκη ήταν εξασφαλισμένη, αλλά επειδή είχαν τη βαθιά συνείδηση ότι υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία όπου η αδράνεια, ο συμβιβασμός και η παθητική αποδοχή του κακού αποτελούν πολύ μεγαλύτερη αποτυχία και ηθική πανωλεθρία από την ίδια την ήττα.

Αν η πολιτική δεν μπορεί να ξαναγίνει υπόθεση αξιών, αν δεν μπορεί να ξαναβρεθεί η χαμένη έννοια της θυσίας, της πραγματικής συλλογικότητας και της αδιαπραγμάτευτης αλληλεγγύης με τους «από κάτω» –με αυτούς που δεν έχουν φωνή, με τους αποκλεισμένους, με τους εργαζόμενους της ανέχειας, και όχι με τους παρατρεχάμενους και τους ορθοκλαδούμενους των κομματικών γραφείων, τότε ας το κλείσουμε το μαγαζί. Ας κατεβάσουμε τα ρολά και ας σταματήσουμε να αυτοεξευτελιζόμαστε.

Η Ιστορία, κύριοι των ομόκεντρων κομματικών κύκλων και των τηλεοπτικών παραθύρων, γράφεται από εκείνους που αρνούνται να παραδοθούν ακόμη και όταν όλα μοιάζουν χαμένα. Εσείς, δυστυχώς για τον τόπο και για την παράδοση που καπηλεύεστε, παραδοθήκατε πριν καν πέσει η πρώτη τουφεκιά, με αντάλλαγμα μια θέση στο προσκήνιο, μια φωτογραφία στα κοσμικά περιοδικά και ένα κρατικό αυτοκίνητο. Κρίμα τα αίματα που χύθηκαν, κρίμα οι ζωές που θυσιάστηκαν, για να φοράτε εσείς σήμερα το κοστούμι του προοδευτικού διαχειριστή και να πουλάτε την ιστορία των πατεράδων μας ως δικό σας πολιτικό κεφάλαιο.

Αυτό που παρακολουθούμε να εκτυλίσσεται στον ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία δεν είναι πλέον πολιτική αντιπαράθεση, αλλά ένα κακόγουστο μεταμοντέρνο ριάλιτι, όπου η αξιοπρέπεια εκποιείται σε ζωντανή μετάδοση. Οι σημερινοί μονομάχοι των κομματικών διαδρόμων, εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμο των προσωπικών τους φιλοδοξιών και της επικοινωνιακής υστερίας, συνεχίζουν με πρωτοφανή αναισθησία να ρίχνουν αλάτι στις πληγές των απλών ανθρώπων – εκείνων των χιλιάδων ανώνυμων που πίστεψαν ειλικρινά στο εγχείρημα μιας μεγάλης, κυβερνώσας Αριστεράς, που μάτωσαν συναισθηματικά, που εκτέθηκαν στις γειτονιές και στους χώρους δουλειάς τους, κουβαλώντας στις πλάτες τους τις ελπίδες μιας ολόκληρης κοινωνίας. Αυτή η βάση, που έδωσε τα πάντα χωρίς να ζητήσει ποτέ καρέκλες ή κρατικά οφίκια, βλέπει τώρα την ιστορική της επένδυση να μετατρέπεται σε ένα θλιβερό πεδίο ξεκαθαρίσματος λογαριασμών και ρευστοποίησης ιδεών, επιβεβαιώνοντας πως η μεγαλύτερη ήττα μιας ιδέας δεν έρχεται ποτέ από τους ορκισμένους εχθρούς της, αλλά από τους μικρούς, ασήμαντους διαχειριστές της.

 

Παναγιώτης Κουμουνδούρος