Εκτύπωση

https://www.spartorama.gr/articles/85362-to-theatro-sti-zoi-mas-a-meros-chii-apo-ton-dimitri-katsafana/

Spartorama - Print | «Το Θέατρο στη Ζωή μας | Μέρος ΧΙI» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

«Το Θέατρο στη Ζωή μας | Μέρος ΧΙI» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

«Το Θέατρο στη Ζωή μας | Μέρος ΧΙI» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα
Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα: «Η ΑΤΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΚΩΜΩΔΙΑ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ», Έκδόσεις ΙΔΙΟΜΟΡΦή, Σπάρτη 2013
Οδός Εμπόρων

(Συνέχεια από το προηγούμενο)

 

Η Τραγωδία, λοιπόν, γεννιέται από τη σύγκρουση του τραγικού ανθρώπου με τη βασική, την απαρασάλευτη τάξη του Κόσμου. Φυσικά δεν μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες των πράξεών του. Τούτο δεν οφείλεται πάντοτε στις δικές του δυνατότητες, στη θέλησή του. Είναι μεγάλο το τόλμημα του έλληνα ανθρώπου να γίνει αυτός το κέντρο του κόσμου και όχι οι υπερφυσικές δυνάμεις. Το πιο σημαντικό όμως και από αυτό το τόλμημα είναι ότι, στη σύγκρουσή του με ό,τι τον ξεπερνάει και τον περιορίζει, ακόμα και στη σύγκρουσή του με το θεό για να κερδίσει την εσωτερική του ελευθερία, ζητάει να δικαιωθεί, να έχει νόημα ο αγώνας, η σύγκρουσή του, η ζωή ο Κόσμος. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Οιδίποδα επί Κολωνώ. Ο Οιδίποδας, απόβλητος πια από την κοινωνία, έχει την οδυνηρή επίγνωση του αμαρτήματός του. Είναι μια τραγική επίγνωση, μετά-νοια. Θα έμενε, λοιπόν, αδικαίωτος στον Κόσμο απέναντι στο Θεό; Εδώ μπαίνει τώρα το έσχατο ερώτημα για το Νόημα της ύπαρξης του Κόσμου. Τελικά σ’ αυτόν τον κόσμο, σε απόλυτη γλώσσα, ο άνθρωπος μένει αδικαίωτος όχι μόνο απέναντι στην πολιτική κοινότητα, στη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων, αλλά ακόμη και απέναντι του Θεού; Απέναντι του Απολύτου;

Το ερώτημα αυτό βασάνισε τον Σοφοκλή. Θα έμενε έτσι απορριμμένος μέσα στον κόσμο ο Οιδίποδας τύραννος; Την απάντηση ο ηλικιωμένος πια Σοφοκλής την έδωσε με τον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Με τον Οιδίποδα Τύραννο να περιφέρεται εξόριστος από την ίδια του την πατρίδα, τυφλός, έρημος, σκέφτηκε ότι δεν μπορεί να είναι το τραγικό αυτό τέλος, αυτός ο συντριμμός, και το τέλος του πνεύματος. Το τραγικό τέλος φανέρωσε την καθαρή ουσία της ψυχής. Στο κάτω κάτω τι είχε βασανίσει τόσο τον Οιδίποδα ως άνθρωπο; Μα να αναγνωρίσει την ταυτότητά του, να μάθει επιτέλους ποιος είναι. Τον παρακινούσε φυσικά και η δίψα να πληροφορηθεί ποιοι ήταν οι γονείς του, ήταν ζήτημα κοινωνικής αξιοπρέπειας. Δεν μπορεί, σκέφθηκε ο Σοφοκλής, ο οποιοσδήποτε τραγικός συντριμμός να είναι και συντριμμός, απόρριψη και του πνεύματος, «επειδή αυτό, το πνεύμα, είναι η προϋπόθεση του τραγικού συντριμμού. Στο τέλος μένει μόνο το πνεύμα. Η προϋπόθεση του τραγικού, το πνεύμα, είναι η μόνο πραγματικότητα που απομένει στο τέλος. Είναι το πέρασμα «στη βασιλεία του πνεύματος», παρατηρεί ο Χρήστος Μαλεβίτσης.

Αυτές οι σκέψεις, λοιπόν, οδήγησαν τον Σοφοκλή, τριάντα χρόνια μετά τον Οιδίποδα Τύραννο, να πάει και να βρει τον περιπλανώμενο «άπολι» και «άφωτο» τραγικό ήρωά του και να τον φέρει στο άλσος του Κολωνού, έξω από την Αθήνα, στο άλσος των Ευμενίδων και από εκεί σε τόπο ιερό από όπου τον επήραν, τον «ανέλαβαν» οι θεοί. Αυτό το «πέρασμα» έδωσε η γνήσια αρχαία ελληνική Τραγωδία. «Πέρασμα» του έλληνα ανθρώπου, του ανθρώπου της «πόλεως». Γιατί υπάρχει και το «πέρασμα» του ανθρώπου ως ανθρώπου, από αυτή την εγκόσμια συνθήκη, από τον κόσμο του «ενθάδε». Είναι αυτό που συντελέστηκε στον «Κρανίου τόπον». Είναι η κορύφωση του κοσμικού δράματος, η πλέον, ριζική απόρριψη με την εγκατάλειψη από όλους και από τον ίδιο τον Θεό. Μέσα στην πιο άγρια ερημιά που γνώρισε ποτέ η ιστορία, ακούγεται το «Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τί με εγκατέλιπες».

Ο Οιδίποδας λοιπόν είναι απορριμμένος από την κοινωνία και περιφέρεται εκτός τειχών και φωτός. Είναι πλέον τούτο η έσχατη απώλεια; Ο Χρήστος Μαλεβίτσης δίνει αυτή την απάντηση: «Για τον Έλληνα, ναι. Όχι όμως για τον άνθρωπο ως άνθρωπο. Η Τραγωδία του “Οιδίποδα Τύραννου” είναι ανθρώπινη. Η Τραγωδία του Υιού του ανθρώπου, είναι οικουμενική». Ξαναγυρίζοντας τώρα στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, ας θυμίσουμε στον υπομονετικό αναγνώστη μας, ότι ο Σοφοκλής με το χέρι της Αντιγόνης φέρνει τον τυφλό Οιδίποδα μέσα στο πανώριο άλσος του Κολωνού, όπου ξαφνικά, σαν από θαύμα, ο Οιδίποδας εξαφανίζεται: «χρόνῳ βραχεῖ στραφέντες ἐξαπείδομεν τὸν ἄνδρα τὸν μὲν οὐδαμοῦ παρόντ’ ἔτι» (στ. 1648-1649).

Κανείς δεν αντιλήφθηκε πώς ξαφνικά χάθηκε. Για μια στιγμή τον είδαν να σηκώνει τα χέρια στο κεφάλι και να σκεπάζει τα μάτια του, σαν να είχε φανεί κάτι φριχτό. Τον είδαν να πέφτει και να προσκυνά τη γη, τον Όλυμπο. Με ποιο θάνατο; Κανείς, λέει, δεν κατάλαβε πώς εξαφανίστηκε. Διότι δεν έπεσε κάποιος κεραυνός, δεν ξεσηκώθηκε θύελλα από τη θάλασσα, «αλλά φαίνεται πως κάποιος σταλμένος από τους θεούς με καλοσύνη τον πήρε». Στο νοητό Όλυμπο δεν υπάρχει το τραγικό. Στην περιοχή της αγιότητας δεν υπάρχει πια το τραγικό. Επήλθε η πλήρωση. Το πεπερασμένο και το άπειρο έχουν συγχωνευθεί σε μια αδιατάρακτη, αιώνια γαλήνη.


(Για την αντιγραφή Παναγιώτης Ζηρίνης) 

 

(Συνεχίζεται)