Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα «Ο ΧΘΕΣΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΕΖΗΣΑ» (ΕΚΔΟΣΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΠΑΡΤΗΣ Σπάρτη 2019, σσ. 56-59)
Στο Δημοτικό Σχολείο, εξάλλου, του χωριού
βούιζε το πεινασμένο πλήθος των άλλων Ιταλών αιχμαλώτων. Τους φρουρούσαν κι εδώ
δυο τρεις φαντάροι μας. Πεινούσαν οι Ιταλοί, πεινούσαν και οι Έλληνες φαντάροι.
Πού να λειτουργήσει, σε τέτοιες έκτακτες περιστάσεις επιμελητεία; Όλα, ημέρα με
την ημέρα, γίνονταν και πιο ρευστά, πιο αβέβαια. Οι γυναίκες του χωριού
πήγαιναν, η μια μετά την άλλη, ένα καρβέλι ψωμί για τους στρατιώτες μας, και
χωρίς καμιά διάκριση και στους δυστυχισμένους αιχμαλώτους. Υπήρχε ακόμα ψωμί
στο χωριό, αν και λιγοστό, γιατί ήταν στο τέλος της χρονιάς και δεν είχαν ακόμη
συνάξει τη νέα σοδειά, που δυστυχώς για πολλούς από εμάς, θα ήταν και η
τελευταία στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής που τώρα έρχονταν. Δε δόθηκε καμία διαταγή για την προσφορά
εκείνη. Δεν ήταν οργανωμένη, ήταν αυθόρμητη εκδήλωση του ελληνικού φιλότιμου,
της ελληνικής αρχοντιάς, της αρχοντιάς που μέσα στη φτώχεια είναι ο πλούτος
ψυχής, το πνεύμα της συλλογικής συνείδησης, της συνείδησης του «εμείς» που,
όταν λειτούργησε, έκαμε θαύματα. Θα ήθελα πολύ τις γραμμές αυτές να τις διάβαζε
ο γερμανός αρθρογράφος της μεγάλης κυκλοφορίας σήμερα και μάλλον λαϊκού
γερμανικού περιοδικού «Φόκους», Κ Boetig, ο οποίος δημοσίευσε στο περιοδικό
αυτό (Focus on line) πριν δυο χρόνια από σήμερα (2012) ένα λίβελο για το
χαρακτήρα του Έλληνα, υπογραμμίζοντας – και ορθώς - σοβαρά ελαττώματά μας, αλλά
και παρεξηγώντας μας, ανίκανος να κατανοήσει το φιλότιμο αυτού του λαού, το υψηλό
ήθος και το φιλελεύθερο πνεύμα του. Μας κατηγορεί, ανάμεσα σε άλλα, ότι δε
γνωρίζουμε οι Έλληνες πρόβλημα προσαρμογής, εκπλήσσεται για έναν λαό που
ανακατεύει, λέει, «ρετσίνι με κρασί, τυλίγει ρύζι με χορταρικά σε αμπελόφυλλα»,
για να κάμει ντολμάδες. Ο βόρειος αυτός Ευρωπαίος φαίνεται να αγνοεί εντελώς
τον μεσογειακό ευρωπαίο. Και δεν υποψιάζεται καθόλου ότι η ανάγκη του Έλληνα
για επικοινωνία προσώπων και ο διάλογος είναι αυτό που δημιούργησε την
«κοινότητα», τις ελληνικές πόλεις στην αρχαιότητα, όπου γεννήθηκε η Δημοκρατία.
Τη φιλοσοφία, την τραγωδία, τη δημοκρατία δεν τη γέννησαν άτομα αφηρημένα,
απρόσωπες μονάδες αλλά πρόσωπα, προσωπικότητες. Γράφει: «οι περισσότεροι
Έλληνες είναι πολύ της παρέας. Δεν τους αρέσει να τρώνε μόνοι τους ή δύο - δύο.
Θέλουν μεγάλες παρέες και ο ένας φέρνει και τον άλλο μαζί του […] Το κρασί ρέει
άφθονο στα ποτήρια […]». Αυτό το ανοιχτό πνεύμα, λοιπόν, της
επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, τη λεβεντιά, την παρεξήγησαν. Παρανοούν
και την αλληλεγγύη, την αρετή αυτή που σε δύσκολες περιστάσεις, έκανε τις
γυναίκες του χωριού να προσφέρουν ψωμί στους αιχμάλωτους. Μην ψάξετε να βρείτε
διαφορές ανάμεσα σ’ αυτές και στις γυναίκες της Πίνδου που συμπαραστέκονταν
στους στρατιώτες μας στο μέτωπο. Οι αληθινοί άνθρωποι είναι παντού άνθρωποι.
Δεν μπορεί να γράφω χωρίς αγωνία για το αύριο το δικό μας, των παιδιών μας.
Είναι εντελώς αφύσικο σήμερα να απουσιάζει η αγωνία από την Αγωνία. Τόσο
αφύσικο, όσο να βγαίνει κανείς από το ζεσταμένο κλίβανο χωρίς νά ’χει σταγόνα
ιδρώτα. Έτσι, είχαν για μένα τα πράγματα, όταν τα
βιβλία του σχολείου είχαν πια ξεχαστεί σε κάποια απόμερη γωνιά του σπιτιού. Τα
πρόσωπα των συμμαθητών μου μού φαίνονταν τώρα μακρινά, ξεθωριασμένα. Αντίο
σχολείο. Ο πατέρας γινόταν όλο και πιο λιγόλογος κι η μάνα, με τις πολλές
καθημερινές έγνοιες, μονολογώντας άφηνε να της ξεφεύγουν κάποιες λέξεις
ανησυχίας. Τι μας περιμένει; Τι θα απογινόμαστε; Και ήταν η άνοιξη εκείνη η πιο
όμορφη, η πιο γλυκειά ελληνική άνοιξη. Ίσως γιατί θα ήταν η τελευταία για πολλά
χρόνια. Πολλά θα άλλαζαν πια. Θα σκότωναν την αθωότητα στις καρδιές των
ανθρώπων, θα άγγιζαν το νου τους φοβερές και ως τότε άγνωστες δυνάμεις. Και το
πρώτο που θα έκαναν οι κατακτητές, ήταν που θα μας πάρουν και την τελευταία
μπουκιά από το στόμα. Ο Έλληνας θα ήταν τελικά και πάλι το θύμα παρά τη νίκη
του. (Για την αντιγραφή Παναγιώτης Ζηρίνης) (Συνεχίζεται)