Εκτύπωση

https://www.spartorama.gr/articles/85481-dionusis-charitopoulosa-to-metro--o-choros-kai-oi-ataktoi-apo-ton-panagioti-koumoundouro/

Spartorama - Print | «Διονύσης Χαριτόπουλος. Το μέτρο, ο χορός και οι άτακτοι» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο

«Διονύσης Χαριτόπουλος. Το μέτρο, ο χορός και οι άτακτοι» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο

«Διονύσης Χαριτόπουλος. Το μέτρο, ο χορός και οι άτακτοι» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο
Διότι το ζεϊμπέκικο, δεν είναι χορός επίδειξης. Δεν χορεύεται για να σε δουν οι άλλοι, ούτε για να εισπράξεις τα φτηνά παλαμάκια της παρέας ή τα βλέμματα των γυναικών. Είναι ένας χορός βαθιά υπαρξιακός, ένας χορός μοναχικός.
Οδός Εμπόρων

Έφυγε, ο Διονύσης Χαριτόπουλος. Στα εβδομήντα εννέα του χρόνια, γεμάτος από εκείνη την ατόφια, λαϊκή σοφία που δεν διδάσκεται στα πανεπιστήμια, αλλά αποκτάται στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, στις σκοτεινές γωνιές των καταγωγίων και στα λασπωμένα πεζοδρόμια της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Ήταν ένας μπεσαλής της γραφής, ένας ολιγαρκής παρατηρητής που κατάλαβε νωρίς αυτό που η νεοελληνική ψευτοαστική τάξη πασχίζει δεκαετίες τώρα να κρύψει κάτω από το χαλί, ότι η ελληνικότητα δεν είναι φολκλόρ, είναι βίωμα, είναι οδύνη, είναι η άτακτη λεβεντιά και, κυρίως, είναι μέτρο.

Και τι είναι το ζεϊμπέκικο, που τόσο εύστοχα και ιερατικά περιέγραψε;

Στην ψωροκώσταινα του καταναλωτισμού, της τηλεοπτικής υποκουλτούρας και της μεταμοντέρνας αλαζονείας, το ζεϊμπέκικο κατάντησε τσίρκο. Το βλέπεις τα παρασκευοσαββάτοκυριακα στα «μπουζουξίδικα» της παραλιακής: κάτι νεόπλουτοι τσιχλίμαγκες με τζελ στο μαλλί, με φουσκωμένους δικεφάλους και ατροφικό συναισθηματικό κόσμο, να πατάνε επιδεικτικά σταφύλια στην πίστα, να σηκώνουν τραπέζια με τα δόντια και να ισορροπούν ποτήρια στο κεφάλι. Νομίζουν πως κάνουν επίδειξη ανδρισμού, ενώ στην πραγματικότητα κάνουν επίδειξη της απόλυτης πνευματικής τους ένδειας. Αυτό δεν είναι ζεϊμπέκικο. Είναι η γελοιογραφία μιας κοινωνίας που έχασε το κέντρο βάρους της.

Διότι το ζεϊμπέκικο, δεν είναι χορός επίδειξης. Δεν χορεύεται για να σε δουν οι άλλοι, ούτε για να εισπράξεις τα φτηνά παλαμάκια της παρέας ή τα βλέμματα των γυναικών. Είναι ένας χορός βαθιά υπαρξιακός, ένας χορός μοναχικός. Είναι η σωματική γεωμετρία της ήττας. Όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το ανεκπλήρωτο όνειρο, με την αδικία, με την τραγικότητα της ύπαρξης και το αδιέξοδο της μοίρας, δεν βγάζει λογύδρια. Δεν κάνει διαδηλώσεις. Σηκώνεται, κάνει μια γύρα γύρω από τον εαυτό του και συνομιλεί με το χάος.

Ο χορευτής του ζεϊμπέκικου δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Το περιβάλλον εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει. Ο τόπος είναι μικρός, γιατί το μνήμα χάσκει στα πόδια του και δεν χωράει δεύτερον. Είναι μια μυσταγωγία, ένα ιδιωτικό «Πάτερ Ημών» που λέγεται μια φορά και καθαρίζει την ψυχή. Δεν υπάρχει χώρος για «φούρλες», για σάλτους και για ακροβατικά. Υπάρχει μόνο η εσωτερική αυστηρότητα, το βαρύ πάτημα στο χώμα ή στο πλακάκι, και η ικεσία προς ένα θεό που δεν κατοικεί σε πολυτελείς ναούς, αλλά στους καπνούς των καταγωγίων και στα ραγίσματα της ψυχής.

Αυτήν ακριβώς τη δωρική, αδούλωτη ψυχή αναζήτησε ο Χαριτόπουλος όταν αποφάσισε να καταγραφεί στο μνημειώδες έργο του, τον «Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων». Σε αυτή τη συγκλονιστική και αδέκαστη βιογραφία, ο συγγραφέας αποφεύγει τόσο τις εύκολες αγιογραφίες όσο και τις ισοπεδωτικές καταδίκες, χωρίς να αποσιωπά ή να αποπολιτικοποιεί την προσωπικότητα του Θανάση Κλάρα. Αντίθετα, αναδεικνύει πλήρως το πολιτικό και ιδεολογικό του βάρος, ο Άρης υπήρξε ένα μπαρουτοκαπνισμένο, συνειδητοποιημένο στέλεχος του ΚΚΕ, με μακρά διαδρομή φυλακίσεων, εξοριών και βασανιστηρίων, ο οποίος συνέλαβε και υλοποίησε το εγχείρημα του ένοπλου λαϊκού αγώνα όχι ως μια αυθόρμητη ανταρσία, αλλά ως συγκροτημένο πολιτικό σχέδιο απελευθέρωσης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η πρωτοτυπία και η βαθιά ουσία της προσέγγισης του Χαριτόπουλου έγκειται στον τρόπο που φωτίζει την τραγική διάσταση αυτής της πολιτικής διαδρομής. Ο Άρης παρουσιάζεται ως η ενσάρκωση αυτής της ίδιας «ζεϊμπέκικης» τραγικότητας. Ένας ηγέτης των βουνών που, ενώ παρέμεινε πιστός στην αριστερή του ιδεολογία μέχρι τέλους, αρνήθηκε να χωρέσει στα καλούπια των κομματικών γραφειοκρατών, στους συμβιβασμούς των ηγεσιών και στα σαλόνια των επιτήδειων. Η άρνησή του να αποδεχθεί τη Συμφωνία της Βάρκιζας και την παράδοση των όπλων συμπυκνώνει όλο το δράμα ενός συνεπούς αγωνιστή που, βλέποντας το όραμα να προδίδεται, επέλεξε τη ρήξη με τον ίδιο τον κομματικό μηχανισμό.

Ο Χαριτόπουλος, με την κοφτερή και αδέκαστη γραφή του, δεν έπλασε έναν μύθο, έσκυψε πάνω από την ιστορική αλήθεια με την ίδια ευλάβεια που σκύβει ο χορευτής στη μουσική γέφυρα. Φώτισε τον τραγικό πρωτοκαπετάνιο που, αποκηρυγμένος από φίλους και εχθρούς, προτίμησε το δικό του «θανατερό ζεϊμπέκικο» στα φαράγγια παρά την ταπείνωση της υποταγής, αφήνοντας πίσω του μια βαριά παρακαταθήκη λεβεντιάς, ανυπακοής και εσωτερικής αυστηρότητας.

Και φυσικά, όπως ήταν αναμενόμενο, οι διάφοροι «προοδευτικοί» θιασώτες του ακαδημαϊκού καθωσπρεπισμού δεν μπόρεσαν ποτέ να κατανοήσουν ούτε τη μυσταγωγία του χορού ούτε το μεγαλείο των ατάκτων. Είδαν το ζεϊμπέκικο με τα δικά τους φοβικά γυαλιά και το βάφτισαν «εξουσιαστικό» ή «απειλητικό», ενώ τον Άρη και τους αντάρτες του προσπάθησαν κατά καιρούς είτε να τους δαιμονοποιήσουν είτε να τους αποστειρώσουν ιδεολογικά. Τρομαγμένοι από την ατόφια δύναμη του λαϊκού βιώματος, μπερδεύουν την εσωτερική λεβεντιά με τον τσαμπουκά του σκυλόμαγκα και την ιστορική λεβεντιά με την πολιτική σκοπιμότητα. Γιατί έτσι εκπαιδεύτηκαν, να φοβούνται ό,τι δεν χωράει στα στενά, αποστειρωμένα θεωρητικά τους σχήματα.

Ο Χαριτόπουλος, όμως, γνώριζε. Γνώριζε πως ο αληθινός μάγκας, όπως και ο αληθινός αγωνιστής, είναι ο άνθρωπος ο σεμνός, ο μετρημένος, ο αυτόφωτος. Αυτός που δεν ντρέπεται να φανερώσει την αδυναμία ή τον πόνο του, αλλά τα εκθέτει με αξιοπρέπεια, χωρίς να ζητιανεύει τον οίκτο κανενός.

Είπαν πως το ζεϊμπέκικο σβήνει, πως ο ιστορικός του κύκλος έκλεισε, πως δεν έχει θέση στη σύγχρονη, τεχνοκρατική και αποστειρωμένη κοινωνία μας. Ίσως. Αν καταφέρουμε να εξαλείψουμε τον πόνο, τον έρωτα, την αδικία και τον θάνατο, τότε ναι, το ζεϊμπέκικο θα είναι περιττό. Όσο όμως η ανθρώπινη μοίρα παραμένει τραγική και όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να υποταχθούν στη ρηχή ομοιομορφία των καιρών, θα βρίσκεται πάντα κάποιο παλικάρι που , εκεί που η μουσική ανασαίνει,  θα φέρνει μια μαύρη βόλτα για να ημερέψει τα θεριά που τον τρώνε, έχοντας στο νου του το παράδειγμα εκείνων που βάδισαν ψηλά στα βουνά με την ίδια περηφάνια.

Στο επανιδείν, Διονύση. Μας άφησες τους στίχους, τις αλήθειες, τους ατάκτους σου και το μέτρο. Κι αυτό, στις μέρες μας, είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη.

 

Παναγιώτης Κουμουνδούρος