Εκτύπωση

https://www.spartorama.gr/articles/85514-1940-41-otan-oi-imeres-me-ti-nikiforo-aktinobolia-tous-teleionan-a-meros-iii-apo-ton-dimitri-katsafana/

Spartorama - Print | «1940-41: Όταν οι ημέρες με τη νικηφόρο ακτινοβολία τους τελείωναν | Μέρος IIΙ» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

«1940-41: Όταν οι ημέρες με τη νικηφόρο ακτινοβολία τους τελείωναν | Μέρος IIΙ» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

«1940-41: Όταν οι ημέρες με τη νικηφόρο ακτινοβολία τους τελείωναν | Μέρος IIΙ» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα
Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα «Ο ΧΘΕΣΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΕΖΗΣΑ» (ΕΚΔΟΣΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΠΑΡΤΗΣ Σπάρτη 2019, σσ. 56-59)
Οδός Εμπόρων

(Συνέχεια από το προηγούμενο) 

 

Οι πρώτοι Γερμανοί στη Σπάρτη και στην Παλαιοπαναγιά 

Παιδί, μόλις δεκατριών χρόνων, τότε δεν ήξερα τι να κάμω εκείνο τον Απρίλη του 1941. Κανείς στο μικρό μου περίγυρο δεν ήξερε, δεν μπορούσε να βοηθήσει. Οι αιωνόβιες ελιές, με τους άγριους ρόζους και τις σκοτεινές κουφάλες, ήταν φέτος ανθοστόλιστες. Όλο ασήμι και χρυσαφί ανθός. Γόνιμα σιωπηλές κι ακίνητες μέσα στον χρόνο, έγερναν στο ανοιξιάτικο αεράκι τις κορυφές τους σαν σε ευλογία. Οι μέλισσες ρουφούσαν την κρυμμένη στ’ άνθη ευτυχία τους, στην άκρη του δρόμου μια σαύρα πάνω στη ζεστή πέτρα, ρουφούσε κι αυτή τον ήλιο της, σημάδι ότι θα βρέξει. Όταν καμιά φορά περπατώ στα μέρη εκείνα μού ‘ρχεται στο νου ο λόγος του Μιστράλ, που τον είχε γράψει γύρω στο ξύλινο ρολόι του τοίχου. «Σαύρα, ρούφα τον ήλιο σου, ίσως αύριο βρέξει». Ναι, θα βρέξει και θα χιονίσει στις ψυχές των ανθρώπων. Μονάχα μια πολύχρωμη ελεύθερη πεταλούδα φαινόταν να με εμπαίζει καθώς παιχνίδιζε ξένοιαστη στο διάφανο αέρα. Συλλογιζόμουν και ήταν σαν να κατέληγα πάντα στο ίδιο: «Μας ήρθε η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο» Ήταν τα λόγια του καλόγερου του Δημοτικού τραγουδιού, στο 1821.

Ξεχασμένος με τέτοιες σκέψεις, γύριζα ένα πρωινό στο σπίτι, καβάλα πάνω στο ξεσαμάρωτο μουλάρι μας. Το βαρύγδουπο ποδοβολητό του μου έδινε μια ψευδαίσθηση σιγουριάς, όταν ξαφνικά ένα, πρώτο αυτό, γερμανικό αεροπλάνο, από εκείνα τα δαιμονισμένα στούκας, πέρασε ξαφνικά πάνω από τις ελιές. Το αθώο ζώο ξαφνιάστηκε, «πρόγκηξε», και με πέταξε φαρδύ πλατύ στο δρόμο. Όμορφη που είναι η φύση, κακός ο ιπτάμενος εκείνος, δαίμονας σωστός που έψαχνε να σκοτώσει ανθρώπους. Αναζητούσε τους Άγγλους που υποχωρούσαν προς το λακωνικό κόλπο. Αυτή ήταν η τελευταία άνοιξη ενός ελεύθερου παιδιού.

Ο ελληνικός στρατός στη Μακεδονία, έπειτα από ηρωική αντίσταση, είχε υποκύψει, η κυβέρνηση Εμμανουήλ Τσουδερού και ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ εγκαταλείπουν τη χώρα για την Κρήτη και τη Μέση Ανατολή. Το ημερολόγιο έγραφε 23 Απριλίου 1941. Μόλις πριν από πέντε ημέρες, ο πρωθυπουργός Κορυζής, υπό το βάρος των εξελίξεων, είχε αυτοκτονήσει. Η αναταραχή στην Αθήνα ήταν μεγάλη, ενώ στις 23-24 Απριλίου ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου υπογράφει το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης. Οι εξελίξεις είναι καταλυτικές, ραγδαίες. Οι πρώτες υποχωρήσεις στο Αλβανικό μέτωπο είχαν αρχίσει από τις 12 Απριλίου. Μετά την ηρωική αντίσταση, η υποχώρηση τώρα ήταν άτακτη. Ο πανικός στη χειρότερη μορφή του.

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γράφει κάπου, ότι δύο είδη πανικού γνωρίζει ο Έλληνας. Ο ένας είναι προς τα εμπρός. Τίποτα δεν σταματάει την ορμή του. Ο άλλος είναι η άτακτη φυγή προς τα πίσω. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ένα σχετικά μικρό σώμα Άγγλων κατευθυνόταν προς τη Μακεδονία, για να μετριάσει την προέλαση των Γερμανών, ώστε να δοθεί η ευκαιρία να διαφύγουν οι Άγγλοι και Νεοζηλανδοί στρατιώτες. Συναντούσαν τους έλληνες στρατιώτες σε ακάθεκτη φυγή. This is way, τους έλεγαν, από εδώ πάει ο δρόμος προς το μέτωπο, αλλά κανείς δεν σταματούσε και οι Άγγλοι απορούσαν.

Τρομαγμένος, λοιπόν, από το απροσδόκητο πέσιμό μου από το μουλάρι με το ούρλιασμα του γερμανικού αεροπλάνου και μη γνωρίζοντας φυσικά τις εξελίξεις, φθάνω στο καφενείο του χωριού. Ήταν κόσμος μαζεμένος. Έκπληκτοι ακούγαμε την αξέχαστη εκείνη φωνή του ηρωικού εκφωνητή, που αυτή τη στιγμή δε θυμάμαι, ατυχώς, το όνομά του. Και ακουγόταν για τελευταία φορά ο Εθνικός μας Ύμνος. Κάπου εκεί ενδιάμεσα και το γνωστό τραγουδάκι:

 

«Κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι,

Κάτω στο γιαλό κοντή νεραντζούλα φουντωτή»

 

Ήταν σαν νά ’βγαινα από εφιαλτικό όνειρο. Χανόμουν ωχρός από την αγωνία. Η χαρούμενη τούτη προσποίηση του τραγουδιού δεν ήταν για μένα μόνο αταίριαστη, παράλογη, μα η έσχατη έκπτωση της ψυχικότητάς μου.

Δεν ήταν ένα δράμα αυτό που παιζόταν στην παιδική ψυχή μου, όπως αυτά που θα βρω αργότερα στα μυθιστορήματα. Ήταν μια τραγική δοκιμασία. Ήταν ένα φοβερό πέρασμα. Αντίο πια οι ομορφότερες ανατολές, τα δρομάκια με την ξεγνοιασιά. Τρόμαζε η ψυχή μου και αγρίευε το πνεύμα μου, καθώς τις πρωινές ώρες της 27ης Απριλίου άκουγα από το ταλαιπωρημένο ραδιόφωνο του καφενείου, για τελευταία φορά, τη θαρραλέα φωνή του αλησμόνητου εκείνου εκφωνητή. Με συγκλόνιζε και τα δάκρυα έτρεχαν. Έσχατη ελληνική φωνή: Να θυμόμαστε σωστά μέσα στη νύχτα που τώρα πλακώνει στο χώμα και στον ουρανό της Ελλάδας. «Αδέρφια», έλεγε η φωνή σαν από μια απέραντη έρημο. «Κρατήστε το πνεύμα του Μετώπου. Οι εισβολείς θα μπουν στην Αθήνα με κατάκλειστα τα σπίτια. Έλληνες! Σε λίγο ο σταθμός δεν θα είναι ελληνικός, θα είναι γερμανικός. Ο αγώνας συνεχίζεται. Ζήτω το Έθνος». Σε λίγα λεπτά η φωνή εσίγησε.

 

(Για την αντιγραφή Παναγιώτης Ζηρίνης)


(Συνεχίζεται)