Οκτώ αιώνες π.Χ. ο θεϊκός Όμηρος έβαλε μέσα
στην Ιλιάδα τούτους τους εμβληματικούς στίχους: «Εἷς οἰωνὸς
ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης» «Ένας είναι ο καλύτερος οιωνός: να πολεμάς για
την πατρίδα σου». (Ραψωδία Μ, στ. 243) Από τότε και μέχρι σήμερα, κοντά τρεις
χιλιάδες χρόνια, ο Έλληνας δεν κάνει
άλλο τίποτε παρά να έχει αυτήν την ομηρική προτροπή, ως προμετωπίδα στους
αγώνες του για την προάσπιση της Ελευθερίας της Πατρίδας. Γι’ αυτό, και σε κάθε σπιθαμή του τόπου
τούτου, βρίσκονται βωμοί Ελλήνων που στην ώρα της υπέρτατης ανάγκης επέλεξαν να
υπερασπίσουν την Πατρίδα, έστω και αν το τίμημα θα ήταν η ίδια τους η ζωή. Ένας τέτοιος τόπος βρίσκεται και στο
Νοσοκομείο της Σπάρτης, λίγες δεκάδες μέτρα πριν από την είσοδο, στο πλάι του
δρόμου. Ένα λιτό απέριττο μνημείο από μάρμαρο λευκό, με μια φλόγα στην κορυφή
του και με 24 ονόματα στην προμετωπίδα του, 24 ονόματα πατριωτών, αντιστασιακών
(ανδρών και γυναικών), που εκτελέστηκαν στον τόπο αυτόν, στις 3 Αυγούστου 1944,
όχι από τους γερμανούς κατακτητές αλλά από τους συνεργάτες τους. Αμβλύνοντας τις αιχμηρές γωνίες της Ιστορίας,
αυτοί που ανήγειραν το μνημείο, έγραψαν πάνω λευκή μαρμάρινη πλάκα: «ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ 25 ΛΑΚΩΝΕΣ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΤΟΥ
ΕΑΜ ΠΟΥ ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΑΝ ΟΜΑΔΙΚΑ ΕΔΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΗΣ
ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΣΤΙΣ 3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944» Κάτω από τα ονόματα των Εθνομαρτύρων, ο
γλύπτης σκάλισε την αιώνια Ελληνίδα (Μάνα, Γυναίκα, Αδελφή) που θρηνεί για τους
νεκρούς της αλλά και για την αιώνια
ντροπή εκείνων των «ελλήνων» που σ’ όλες τις ιστορικές στιγμές του Έθνους
επέλεξαν να γίνουν Εφιάλτες. Είναι εκείνοι για τους οποίους ο Κολοκοτρώνης
διέταξε το θρυλικό : «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»! Για τους 24 Μάρτυρες της Λευτεριάς του
Νοσοκομείου Σπάρτης η Ιστορία έχει γράψει τα παρακάτω: Ενώ οι Γερμανοί κατακτητές έχαναν τον πόλεμο
στην Ευρώπη κι ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν από την Ελλάδα, πράγμα που συνέβη
τον Οκτώβριο του 1944, συνεργάτες των, λειτουργώντας ως οπισθοφυλακή και
εκτελώντας επίσημη έγγραφη διαταγή του διοικητή του Τάγματος Ασφαλείας Σπάρτης,
παίρνουν δεμένους 24 Πατριώτες (5 γυναίκες και 19 άντρες) από τις φυλακές της Σπάρτης και τους
μεταφέρουν στον λόφο της Ανάληψης, κοντά στο Νοσοκομείο, τους στήνουν στην
αράδα του θανάτου και τους εκτελούν ως αντίποινα για τη δράση της Αντίστασης
κατά των κατακτητών και των συνεργατών τους. Στο μνημείο είναι γραμμένα 24 ονόματα
Πατριωτών ενώ η διαταγή ανέφερε 25. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι
Ταγματασφαλίτες ξέχασαν (!!!) έναν τραυματία κρατούμενο, τον Νικήτα Ασπιώτη από
την Τρύπη, τον οποίο πήραν 7 Ταγματασφαλίτες από τις φυλακές το βράδυ της ίδιας
ημέρας, τον μετέφεραν κάπου στην Αρχαία Σπάρτη, τον ντουφέκισαν, πήρε 2
βολές στο στήθος, επέζησε (!!!), και
κατάφερε στη συνέχεια να διαφύγει. Τη δραματική σύλληψη και διάσωσή του, μαζί
με λεπτομέρειες του φρικτού γεγονότος της εκτέλεσης, περιγράφει γλαφυρά ο
αείμνηστος Σταύρος Μιχαλακάκος, κορυφαίο Στέλεχος και Αγωνιστής της Εθνικής
Αντίστασης από τις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ Λακωνίας, ο οποίος προσέφερε πολλά στον
Αγώνα, αλλά διέσωσε και σημαντικά γεγονότα και μαρτυρίες της Τοπικής Αντίστασης
με τα άρθρα του και τον πύρινο προφορικό του λόγο, καθ’ όλη τη διάρκεια της
ζωής του: «Ο Νικήτας Ασπιώτης έχει μια ξεχωριστή ιστορία
από κάθε αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης. Κατάγεται από το χωριό Τρύπη της
Λακωνίας, είναι στο ρίζωμα του Ταΰγετου, 8 χιλιόμετρα από τη Σπάρτη. Το χωριό
έχει μεγάλη ιστορία, είχε παλιό αριστερό κίνημα. Όλο το χωριό ήταν οργανωμένο
στην Εθνική Αντίσταση και έδωσε πολύ αίμα, για την απελευθέρωση της χώρας μας
από τους κατακτητές. Γι’ αυτό και οι κατακτητές το έκαψαν όλο, νομίζοντας ότι
μ’ αυτό θα τρομοκρατήσουν τους Τρυπιώτες. Όμως το κάψιμο του χωριού είχε
αντίθετα αποτελέσματα και η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων του βγήκαν αντάρτες
και πολέμησαν τον κατακτητή, με όλα τα μέσα. Στην Τρύπη συγκροτήθηκε η πρώτη αντάρτικη
ομάδα στην Λακωνία. Μετά το χτύπημα της Αράχωβας, το Δεκέμβρη του 1942, όλοι οι
καταδιωκόμενοι, στην Τρύπη έβρισκαν καταφύγιο. Ο Νικήτας Ασπιώτης ήταν από τους
πρώτους αντάρτες του χωριού. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες και αποστολές. Το 1944
αρρώστησε και το τμήμα τούς άφησε για ανάρρωση στο χωριό Σουστιάνοι του
Ταΰγετου. Ήταν με πυρετό και μ’ όλο που είχε πυρετό, όταν νύχτωσε, βγήκε με
άλλους να κοιμηθούν έξω από το χωριό, για καλύτερη ασφάλεια, διότι η Σπάρτη δεν
ήταν παρά μόνο 8 χιλιόμετρα, και κει υπήρχαν ισχυρές δυνάμεις Γερμανών και
συνεργατών τους, και συνέχεια έκαναν επιδρομές, λεηλατούσαν, σκότωναν, ατίμαζαν
γυναίκες. Στις 29 του Ιούλη 1944, γίνεται μια νυχτερινή
επιδρομή, από Γερμανούς και ταγματαλήτες, και κυκλώνουν το χωριό Σουστιάνους.
Το πρωί που πήρε η μέρα άρχισαν οι πυροβολισμοί. Ο Νικήτας βρέθηκε μέσα στον
κλοιό. Προσπάθησε να φύγει, αλλά τραυματίζεται και πιάνεται αιχμάλωτος. Τους
μεταφέρουν στην Σπάρτη με άλλους, πελεκώντας τους καθ’ όλη τη διαδρομή και τους
πάνε στην κλινική του Μηνακάκη, όχι βέβαια για να τον γιατρέψουν, αλλά μήπως
μπορέσουν και αποσπάσουν τίποτε πληροφορίες. Έμεινε 4 μέρες στην κλινική, και
στις 3 Αυγούστου του 1944, πήραν από τις φυλακές Σπάρτης 25 κρατούμενους και
τους πήγαν στην Ανάληψη, ένα χιλιόμετρο από τη Σπάρτη, Γερμανοί και
ταγματασφαλίτες, και τους εξετέλεσαν. Στη σύγχυσή τους ξέχασαν το Νικήτα, και
το βράδυ της ίδιας μέρας πήγαν και τον πήραν να τον εκτελέσουν. Όπως μου
διηγήθηκε ο ίδιος, ήταν 7 στο όνομα, όλοι Έλληνες. Τους 4 τους γνώρισε. Τον
οδήγησαν στην Παλιά Σπάρτη, εκεί τον έστησαν, τον ρώτησαν αν θέλει τίποτε. Τους
είπε όχι, και δόθηκε το παράγγελμα «Πυρ». Τον πήραν δύο σφαίρες στο στήθος κι
έπεσε κάτω. Το έδαφος ήταν κατηφορικό και το αίμα κύλησε στο πρόσωπό του. Αυτός
που πήγε και έδωσε τη χαριστική βολή ή έτρεμε ή δεν τον χτύπησε. Μετά από αυτό
οι εκτελεστές έφυγαν τροχάδην. Ο Νικήτας, που δεν είχε χάσει καθόλου τις
αισθήσεις του, σηκώνεται και φεύγει, προς τον Καραβά, κρατώντας το στήθος και
το πουκάμισο, που κόλλησε στις πληγές. Στο δρόμο που βρήκε μια λούμπα με νερό,
πέφτει μέσα και ξέχασε πότε σταμάτησε να πίνει. Αυτό του έδωσε μεγάλη δύναμη.
Στον Καραβά, που έφτασε νύχτα, βρήκε τον Παναγιώτη Σουλτάνη από τη Λογκάστρα,
με δύο μουλάρια. Ο Νικήτας του είπε τι του συμβαίνει κι αυτός τον βάζει απάνου
σε ένα μουλάρι, το δένει πίσω από το άλλο και φεύγουν μέσα στη νύχτα και
φτάνουν στο χωριό Σουστιάνοι. Το πώς έφτασε ο Νικήτας, χωρίς να κρατά τα γκέμια
από το μουλάρι, διότι κρατούσε τα τραύματα στο στήθος του που είχε δύο πληγές,
αυτό είναι ανεξήγητο. Φτάνοντας στους Σουστιάνους, έτρεξε αμέσως η οργάνωση στο
γειτονικό χωριό Βορδόνια κι έφερε τον εκεί γιατρό. Ο Νικήτας είχε χάσει πολύ
αίμα. Είχαν περάσει πολλές ώρες και οι πληγές ήταν ανοιχτές κι έτρεχαν. Ο γιατρός
ήρθε μέσα στη νύχτα και του πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες. Την άλλη μέρα, τον
πήραν από εκεί, διότι ήταν κοντά στη Σπάρτη και τον πήγαν στο Γιωργίτσι, ένα
χωριό πάνω στον Ταΰγετο. Εκεί βρήκε και τον φοιτητή τότε της Ιατρικής,
Αριστείδη Σκρουμπέλο και μετά γιατρό παθολόγο, όπου τον βοήθησε πολύ. Ο Νικήτας
ανάρρωσε, έγινε καλά, παντρεύτηκε, έκαμε οικογένεια, έχει παιδιά και εγγόνια
και σήμερα ζει στην Αθήνα, είναι 74 χρόνων ακμαίος, παλεύει από τις γραμμές του
ΚΚΕ, για τα ανεκπλήρωτα ιδανικά της Εθνικής Αντίστασης. Από τους κατοίκους της Τρύπης, πολλοί είναι
εκείνοι που έδωσαν τη ζωή τους στην πάλη για τη λευτεριά, εθνική ανεξαρτησία
και τη δημοκρατία στην Κατοχή και στον εμφύλιο. Σκοτώθηκαν σε μάχες ενάντια
στους Γερμανούς, Ιταλούς και ταγματασφαλίτες και από παρακρατικούς συμμορίτες
πάνω από 50 κάτοικοι του χωριού μας. Ας είναι αιώνια η μνήμη σας αδέλφια στον
τίμιο που πέσατε αγώνα. H Τρύπη Λακωνίας στην Αντίσταση, Άρθρο του
Σταύρου Μιχαλακάκου Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση»,
τεύχος 84, Οκτώβρης 1994, σ.σ.57-60. Η προδοτική δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας κατά
των Αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης γίνεται ακόμα πιο αποτρόπαιη, όταν, με
επίσημα έγγραφα, αποκαλύπτεται ότι οι γερμανοί, κατόπιν συμφωνίας, έδιναν
«δώρα» στους ταγματασφαλίτες που σκότωναν ή συνελάμβαναν Αγωνιστές. Έτσι,
μεταξύ άλλων, ο τραυματισμός και η σύλληψη του Νικήτα Ασπιώτη στο μπλόκο της
Τρύπης έγινε κίνητρο για να δοθούν, κατά τα ειωθότα, τα «κεκανονισμένα δώρα» εκ
μέρους των γερμανών προς τον ταγματασφαλίτη που τον τραυμάτισε και τον
συνέλαβε, μέσα από επίσημο έγγραφο αίτημα προς τους γερμανούς: «Η πόρωση της αντεπαναστατικής τύφλωσης και
της ξενοδουλείας θα φτάσει μέχρι το μοίρασμα «κεκανονισμένων δώρων» σε όσους
δείχνουν ιδιαίτερα δολοφονική μανία στην εξόντωση πατριωτών. Ο Διοικητής του
1ου Εθελοντικού Τάγματος Χωροφυλακής Σπάρτης Παντελής Ζαρουχλιώτης φροντίζει
ΚΑΙ γι’ αυτά απευθυνόμενος προς τον «Κ», αξιωματικόν σύνδεσμον μετά των
Γερμανικών Αρχών: «Έχω την τιμήν να γνωρίσω υμίν, ότι κατά τας
τελευταίας επιχειρήσεις του Πάρνωνος και Ταϋγέτου διεκρίθησαν οι κάτωθι
αξιωματικοί και οπλίται εις την σύλληψιν και εξόντωσιν επικινδύνων και σημαινόντων κομμουνιστών και
ανταρτών: (…) Ο Κ.Α. του 10ου Λόχου Μυστρά κατά την γενομένην επιχείρησιν προς το χωρίον
Σουστιάνους, κατά την γενόμενην συμπλοκήν μετά της μαχητικής ομάδος του χωρίου
τούτου ετραυμάτισε θανασίμως και συνέλαβε τον επικίνδυνον κομμουνιστήν Ασπιώτην
Νικήταν στρατοπεδάρχη εις το στρατόπεδον Καστανιάς και πρόεδρο του Λαϊκού
δικαστηρίου της περιφερείας Ταϋγέτου. Παρακαλώ υμάς όπως ενεργήσετε παρά ταις
Γερμανικαίς Αρχαίς και δοθώσιν εις τους άνω δράσοντας Αξιωματικούς και οπλίτας
τα κεκανονισμένα δώρα δια τας ως άνω διακεκριμένας πράξεις των.» Κ. ΜΠΡΟΥΣΑΛΗΣ: «Η ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ
ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ 1941-1945» Πρώτη-πρώτη, ανάμεσα στα ονόματα των 24
εκτελεσμένων Πατριωτών, είναι, τιμής ένεκεν, η Βασιλική Σταυροπούλου του
Νικολάου, από τον Βασαρά Λακωνίας, η επονομαζόμενη «Μάνα του Αντάρτη». «Η Βασιλική Σταυροπούλου πρωταγωνίστησε στη
δημιουργία ομάδας Εθνικής Αντίστασης στο χωριό της και στη συνέχεια ανάπτυξε
μεγάλη δραστηριότητα, πρωτοβουλία και δράση, πάνω σε ό,τι σχετιζότανε με τον
αντιστασιακό Αγώνα. Αν και ήταν μεγάλη στην ηλικία, όμως αυτό δεν την εμπόδιζε
να εργάζεται περισσότερο κι από τις νεότερες του χωριού της, για τους
καταδιωκόμενους, για τους αντάρτες, για κάθε συναγωνιστή που έφτανε στο Βασαρά.
Η φήμη της σιγά-σιγά απλώνεται στα γύρω χωριά και φυσικά δεν αρέσει αυτό στους
κατακτητές και στους ταγματασφαλίτες. Τρία χρόνια την ένιωθαν σαν καρφί στα
μάτια τους. Και έπρεπε να το βγάλουν. Δεν μπορούσαν ν’ ακούνε αυτόν τον τίτλο,
τον τιμητικό, που της τον απένειμε ο λαός της Λακωνίας, «Η Μάνα του Αντάρτη». Έτσι, το 1944, στη μεγάλη επιδρομή που έκαναν
τα Τάγματα Ασφαλείας, πιάσαν μαζί με άλλες γυναίκες, και τη Βασιλική Σταυροπούλου.
Και δυο μήνες πριν φύγουν οι Γερμανοί από τη Λακωνία, την εκτέλεσαν στη Σπάρτη,
που τους την είχαν παραδώσει προηγούμενα οι συνεργάτες τους Ταγματασφαλίτες.
Ηρωίδα στάθηκε σ’ όλο τον τετράχρονο αγώνα κατά των κατακτητών, ηρωίδα
αναδείχτηκε και με τον θάνατό της, κι ας ήταν εξήντα πέντε χρόνων. Αντιμετώπισε
τον θάνατο κατάματα και στα γεροντικά της μάτια έλαμπε άσβηστη φλόγα, η αγάπη
της για την πατρίδα. Η προσφορά της στον Απελευθερωτικό Αγώνα υμνήθηκε με το
γνωστό αντάρτικο τραγούδι «Η Μάνα του Αντάρτη».» «Η Εθνική Αντίσταση στη Λακωνία 1941-1945»,
Γιάννης Ρουμελιώτης-Σπάρτη 1984 Ο Δικηγόρος και Αντιστασιακός Βαγγέλης
Μαχαίρας γράφει για την Βασιλική Σταυροπούλου τα παρακάτω: «Είχε δύο παιδιά φοιτητές και τα δύο ΕΠΟΝίτες
που είχαν ριχτεί με ενθουσιασμό στον αγώνα και η κυρά - Βασιλική ήταν ο
κινητήριος μοχλός όλων των γυναικείων οργανώσεων στα Βέροια. Δραστήρια γυναίκα,
ακούραστη, πρόσχαρη, ευγενική, ήταν από πολύ πρωί σε κίνηση. Συγκέντρωνε τις
γυναίκες για ζύμωμα, φούρνισμα, πλύσιμο και κάθε άλλη υπηρεσία που χρειάζονταν
το αντάρτικο, μοίραζε υλικά για πλέξιμο, συγκέντρωνε τα έτοιμα πλεκτά, τα
παράδινε στην ΕΤΑ (Επιμελητεία του Αντάρτη) συμμετείχε στην τοπική
αυτοδιοίκηση, οργάνωνε γυναικείες ομάδες για διάφορες αποστολές και φυσικά σε
όλες αυτές ήταν πρώτη, δεν έδινε μόνο κατευθύνσεις, αλλά εργαζόταν πρώτη και
καλύτερη. Έδινε δηλαδή το παράδειγμα. Η γυναίκα αυτή (…) ήταν ο αντιπροσωπευτικός
τύπος της ηρωίδας Ελληνίδας, της Σουλιώτισσας, της γυναίκας της Πίνδου. Τα
παιδιά την είχαν ονομάσει «η μάνα του αντάρτη». Και ένα βράδυ ανάβλυσε στην καρδιά μου η
επιθυμία να γράψω γι΄ αυτήν ένα τραγούδι. Εγραψα, λοιπόν, τους παρακάτω στίχους
με τον τίτλο: Η μάνα του αντάρτη Μέσα στην καταιγίδα του πολέμου, στου φασισμού τη μαύρη σκοτεινιά, πήρες ντουφέκι και θέλεις, γιε μου, να πας αντάρτης, επάνω στα βουνά. Σκλάβος δε θέλεις εσύ να ζήσεις, σκλαβιάς δε στέργεις σίδερα βαριά. Πήρες ντουφέκι, θες να πολεμήσεις για της
Ελλάδας μας τη λευτεριά. Γεμίζουν γιε μου δάκρυα τα μάτια, και
σπαρταρά η δόλια μου η καρδιά, τα
σωθικά μου γίνονται κομμάτια τώρα
που φεύγεις με τ΄ άλλα τα παιδιά. ΄Ομως, παιδί μου, χτυπάει η καμπάνα, έφτασε
η ώρα η σκληρή του χωρισμού. Σήκω, κι εγώ, σαν Ελληνίδα μάνα, σε θέλω
σταυραϊτό του λυτρωμού. Με του ΕΛΑΣ τους ένδοξους αντάρτες τη λευτεριά να φέρετε στη γη, νέας ζωής, εμπρός, επαναστάτες, για να ροδίσει ολόφωτη αυγή. Οι στίχοι άρεσαν στους αντάρτες. ΄Ολοι έβλεπαν
σ΄ αυτούς τη δική τους μάνα. Αλλά το πρόβλημα ήταν η μουσική. Δεν είχα ούτε τα
στοιχειώδη προσόντα του συνθέτη. Άρχισα, όμως, να δοκιμάζω μουσικά μοτίβα, που
θα μπορούσαν να ταιριάσουν με τους στίχους. Και την άλλη μέρα είχα κάνει την
εκλογή μου. Το βράδυ καθόμουν με τους αντάρτες της διμοιρίας πολυβόλων στο
τζάκι ενός σπιτιού των Βεροίων, τους το τραγούδησα και τους άρεσε πολύ. Το
έμαθαν αμέσως και την άλλη μέρα το πρωί ξεκινήσαμε για τις ασκήσεις μας με αυτό
το εμβατήριο. Οι αντάρτες των άλλων διμοιριών αιφνιδιάστηκαν, αλλά το έμαθαν
γρήγορα και κάθε πρωί το τραγουδούσαμε όλοι μαζί. Σε λίγες μέρες είχε διαδοθεί
σ΄ όλα τα τμήματα του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου και μέσα σ΄ ένα μήνα σ΄ όλα τα
τμήματα της Πελοποννήσου. Ως το τέλος του 1943 είχε περάσει τον Κορινθιακό και
τραγουδιόταν στη Ρούμελη, καθώς επίσης και στη Ζάκυνθο, και στην Κεφαλονιά. Σίγουρα,
τα τραγούδια του Καρβούνη και του Ρώτα ήταν καλύτερα. Αλλά "η μάνα του
αντάρτη" είχε συναίσθημα και μίλαγε στην καρδιά των ανταρτών και γρήγορα
έγινε πανελλήνιο εμβατήριο. (…) Και όταν ύστερα από πολλούς μήνες (τον
Αύγουστο 1944) την έπιασαν οι Γερμανοί και την εκτέλεσαν μαζί με άλλους
πατριώτες έξω από τη Σπάρτη, το τραγουδούσαμε και δακρύζαμε.... " Ευάγγελος Μαχαίρας (1918-2015) , Ανθυπολοχαγός
του Αλβανικού Μετώπου, τιμηθείς με Αριστείο Ανδρείας, Αγωνιστής της Εθνικής
Αντίστασης ως Διοικητής Μονάδων του ΕΛΑΣ,
δικηγόρος, δημοσιογράφος, συγγραφέας. Την τελική διαταγή εκτέλεσης των 25 Πατριωτών
στο Νοσοκομείο της Σπάρτης έδωσε και υπέγραψε, στις 2 Αυγούστου 1944, ο
Διοικητής του 1ου Εθελοντικού Τάγματος Χωροφυλακής Σπάρτης Ταγματάρχης Παντελής
Ζαρουχλιώτης. Είναι μια χειρόγραφη διαταγή γεμάτη από εμφυλιοπολεμικό μίσος,
κυνισμό και δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, σαν να μην πρόκειται για την εκτέλεση
25 Ελλήνων Πατριωτών αλλά για τη διεκπεραίωση μιας απλής τυπικής υπηρεσιακής
υποχρέωσης: «Αρ. Εμπ. Πρωτ. 150 Προς Τον Διοικητήν του 13ου Λόχου κ. Αλ. Δριβάκον Ενταύθα Την 4:30΄ το πολύ πρωινήν ώραν δέον να έχει
συντελεσθή η εκτέλεσις 25 κρατουμένων κομμουνιστών, συμφώνως τη υπ’ αριθμ, Α.Π.
480 διαταγή Β’ Αρχηγείου. Τους αναγραφομένους εν τω εσωκλείστω καταλόγω, θ’
αναζητήσετε βάσει του εγκλείστου σημειώματος, παρά του ενταύθα Αστυνομικού
Κρατητηρίου. Τούτους θα οδηγήσετε εις τον τόπον της εκτελέσεως δεμένους. Τόπος
εκτελέσεως ωρίσθη χώρος παρά το Σανατόριον (βορείως της πόλεως), ον έχει
αναγνωρίσει ο υπό τας διαταγάς σας
τιθέμενος δόκιμος ανθυπολοχαγός κ. Μενούτης Γεώργιος ως και ο ανθυπασπιστής Ράλλης. Δύναμις 30 ανδρών του 11ου Λόχου υπό τον
ανθυπασπιστήν Νικολακάκον θα ευρίσκεται από της 3:30΄ πρωινής ώρας προ των
γραφείων του Τάγματος, ίνα τεθή υπό τας διαταγάς σας. Παραλάβατε ωσαύτως
ετέρους 30 άνδρας εκ του υφ’ υμάς Λόχου μετά του Ανθυπασπιστού Ράλλη. Το
εκτελεστικόν απόσπασμα θα καταρτίσετε εις τον τόπον της εκτελέσεως εκ της
συνολικής ταύτης δυνάμεως. Μεριμνήσατε δια τον έγκαιρον εφοδιασμόν, εκ
των σταύλων του Λόχου σας και του Λόχου
Διοικήσεως, σχοινίων προς δέσιν των κρατουμένων, ως και πτύων εκ των Γραφείων
του Τάγματος δια την ταφήν των εκτελεστέων. Άπαντα τα ως άνω είδη, μετά την
εκτέλεσιν, θα παραδοθώσι τη μερίμνη σας, αφ’ υπηρεσιών παρελήφθησαν.
Εν
Σπάρτη τη 2-8-44
Ο Διοικητής του Τάγματος
Ζαρουχλιώτης Παντελής Ταγματάρχης ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, έκδοση
«Αναγέννηση», σελ. 900-901, Αθήνα-1962 *Ο Σταύρος Μιχαλακάκος, αναφέρει ότι οι 24
Αγωνιστές και Αγωνίστριες εκτελέστηκαν από μεικτό απόσπασμα γερμανών και
ταγματασφαλιτών. Όμως, με βάση την επίσημη διαταγή, προκύπτει ότι την εκτέλεση
των 24 τη διαχειρίστηκαν αποκλειστικά τα τάγματα ασφαλείας, πράγμα που
προκύπτει και από τη μαρτυρία του διασωθέντα Νικήτα Ασπιώτη, ότι στο δικό του
εκτελεστικό απόσπασμα μετείχαν ΜΟΝΟ 7 Ταγματασφαλίτες. ** Τον Νοέμβριο του 1958, ο Παντελής Ζαρουχλιώτης, όντας
υποστράτηγος, έγινε Διευθυντής της Διεύθυνσης Πεζικού του Γενικού Επιτελείου
Στρατού (ΓΕΣ). «Κανένας δεν έχει δικαίωμα να εξουσιάζει τα μάτια
μου, το στόμα μου, τα χέρια μου, τούτα τα πόδια μου που πατάνε τη γης.» «Εδώ είναι η Αντίσταση, εδώ είναι η ζωή, εδώ η ελπίδα ολάνοιχτη, σαν την πόρτα του
ήλιου.» Γιάννης Ρίτσος: Οι γειτονιές του κόσμου. Τιμή, Δόξα κι Αιώνια Μνήμη στους 24 Πατριώτες-Μάρτυρες του Νοσοκομείου
Σπάρτης Σπάρτη 22-10-2026
Βαγγέλης Μητράκος![]()