Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα «Ο ΧΘΕΣΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΕΖΗΣΑ» (ΕΚΔΟΣΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΠΑΡΤΗΣ Σπάρτη 2019, σσ. 56-59)
Τα γερμανικά τεθωρακισμένα στις 27 Απριλίου
μπαίνουν στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους, η ναζιστική
σημαία υψώνεται στην Ακρόπολη. Ήταν στις 28 Απριλίου που κοίταζα κατά την
Ανατολή που έβγαινε ο ήλιος και με διακατείχε ένα αίσθημα του ανθρώπου που
αποχαιρετάει για πάντα το πιο αγαπημένο του πρόσωπο. Ένα δάκρυ κύλησε στο
τρυφερό μάγουλο του παιδιού καθώς ψιθύρισα, «Ελλάδα μου, για τελευταία ημέρα σε
βλέπω ελεύθερη». Ήμουν σ’ έναν έρημο στενό δρόμο του χωριού. Κυρίαρχη η
Βέρμαχτ, ο γερμανικός στρατός, στα εδάφη μας και η Λουφτβάφε, η γερμανική
αεροπορία στους ουρανούς μας. Η μάνα μου, θυμάμαι, μαζί με κάποιες
γειτόνισσες και συγγενείς είχανε ανησυχήσει. Έπρεπε, λένε, να κρυφτούμε που θά
’ρθουν αύριο - μεθαύριο οι Γερμανοί. Φόρτωσαν τα μουλάρια και τρεις-τέσσερες
οικογένειες βραδιάτικα φτάσαμε σε μια σπηλιά, στον Ταΰγετο, στον «Καλόγερο» πιο
πάνω από την Αγία Τριάδα των Ανωγείων. Ήταν και η αδελφή του πατέρα μου με τον
συνομήλικό μου ξάδελφο, μια ακόμη οικογένεια με δύο μικρά παιδιά. Τα μεγάλα σαγόνια του σπηλαίου ήταν αντικριστά
σχεδόν με την απέναντι σπηλαιώδη εκκλησία, την «Καταφυγιώτισσα» των Ανωγείων.
Σκοτεινή σπηλιά που μύριζε φρικτά η κοπριά που είχαν αφήσει τα γίδια που
σταβλίζονταν πριν εκεί. Την επόμενη το πρωί, βλέπω τη μάνα μου να
τρέχει ξαφνικά προς μια άκρη, από όπου θα αγνάντευε το δημοτικό σχολείο κάτω
στην πεδιάδα, στο ρίζωμα, γεμάτο με τους ιταλούς αιχμαλώτους. Είχε την αγωνία
να διαπιστώσει, αν το γερμανικό αεροπλάνο που πέρασε ξυστά πάνω από το σχολείο,
έριξε στους Ιταλούς όπλα. Φυσικά, δεν είχε συμβεί τίποτε τέτοιο. Ένα δεύτερο σε
λίγο έψαχνε κατά μήκος της λοφοσειράς μήπως και εντοπίσει Άγγλους σε υποχώρηση.
Πέσαμε μπρούμυτα τα δύο παιδιά, καθώς με τον Ηλία τον ξάδερφό μου, ψάχναμε στις
πλαγές του βουνού να βρούμε τα μουλάρια που κάπου έβοσκαν αμέριμνα όλη τη
νύχτα. Στη Σπάρτη είχαμε και τον πρώτο νεκρό από τους
βομβαρδισμούς της Λουφτβάφε, κάπου, κοντά στο σημερινό Γηροκομείο της Σπάρτης.
Η βόμβα έπεσε στο σπίτι. Θύμα ένας νεαρός Σπαρτιάτης, ο Μαυρόγιαννης.
Βομβάρδιζαν οι Γερμανοί, και οι Άγγλοι, στρατωνισμένοι κάτω από τα δέντρα, προς
τον Άγιο Σπυρίδωνα σχεδόν αδιάφοροι, ξυρίζονταν. Όλα τα συνηθίζει με τον καιρό
ο άνθρωπος, ακόμη και τον πόλεμο. Τη νύχτα της 28ης Απριλίου οι Γερμανοί μπήκαν
στη Σπάρτη. Ένα κλιμάκιο κατευθύνθηκε στο Γυμνάσιο Αρρένων να απελευθερώσει
τους Ιταλούς αιχμαλώτους. Τους φρουρούσαν μερικοί στρατιώτες μας. Τελευταία
μπόρεσα και είδα το οικογενειακό αρχείο των Λεόπουλων, αρχοντικής οικογένειας
της Σπάρτης. Εκεί, ο μικρότερος Λεόπουλος ο Νίκος σημειώνει ότι Γερμανοί, με τη
συνδρομή Έλληνα, είχαν πάει όλη νύχτα και είχαν βρει το σπίτι κάπου στη
Μαγούλα, όπου για λόγους προφύλαξης είχε καταφύγει ο γερμανομαθής, σπουδασμένος
στη Γερμανία, νομικός και λόγιος, ο εξαίρετος Γιώργος Λεόπουλος, που θα τον
γνωρίσω από κοντά όταν διοριστώ στη Σπάρτη. Τον ήθελαν για διερμηνέα. Τον
έβαλαν στο τρίκυκλο οι Γερμανοί, μαζί και ο μικρός, από περιέργεια περισσότερο,
αδελφός του ο Νίκος. Στο «Μενελάϊον», στο γνωστό ξενοδοχείο, ο Λεόπουλος θα
αναλάμβανε υποχρεωτικά τα καθήκοντά του διερμηνέα. Έμεινε για ένα διάστημα. Δεν
άντεξε όμως και βρήκε τρόπο και έφυγε για την Αθήνα. Την επομένη, οι Γερμανοί έχουν φθάσει στους
Μολάους και, μέσα σε 10 ημέρες, στην έκταση του κάμπου που απλώνεται εκεί, με
επιστράτευση στη δουλειά των κατοίκων Ασωπού και των γύρω χωριών, το αεροδρόμιο
Μολάων είναι έτοιμο. Θα προσγειώνονται και θα απογειώνονται τα διάφορα είδη των
αεροπλάνων τους για την κατάληψη της Κρήτης. Μια μέρα, ίσως 30 Απριλίου, σειόταν το χωριό
μας από τις ερπύστριες των γερμανικών τεθωρακισμένων. Είχε προηγηθεί ένα
τρίκυκλο από τα πολλά που προηγούνταν στο δρόμο για αναγνώριση. Σταμάτησε στη
μέση της πλατείας του χωριού μας και ένας χωρικός πρόσφερε στο Γερμανό
πορτοκάλια. Αναστέναξε βαθιά από το απέναντι σπίτι ο Καράμπελας, απόστρατος
γενναίος αξιωματικός, ο οποίος είχε χάσει το γιο του, νεαρό εύελπη στον πόλεμο.
«Έ! Όχι κι αυτό να ιδούν τα μάτια μου», ψιθύρισε. Μια μονάδα γερμανική
εγκαταστάθηκε έξω από το χωριό, μετά το ποτάμι «Σκοτίας - Σκατιάς», κάτω από
τις ελιές στο σημείο που λίγες ημέρες πριν είχαν περάσει οι Ιταλοί αιχμάλωτοι.
Άλλες γερμανικές μονάδες είχαν σταθμεύσει στις Αμύκλες και αλλού, τελώντας σε
αναμονή να χρησιμοποιηθούν στην κατάληψη της Κρήτης, για τις περαιτέρω επιχειρήσεις
τους. Κάποια ηλικιωμένη, ψιλόλιγνη κυρία με γυαλιά, που είχε γυρίσει από την
Αμερική και ήξερε αγγλικά, συνεννοήθηκε με τον Γερμανό διοικητή για να δώσουν
κάποιο συσσίτιο στα παιδιά. Κάποιος μου μίλησε για ένα είδος σούπας που
δεν τρωγόταν. Δεν θυμάμαι σχετικά τίποτε. Γιόμισα το καλάθι με ωραία μεγάλα
λεμόνια από τη μοναδική λεμονιά της γιαγιάς και πήγα μια - δυο φορές να τα
πουλήσω στους Γερμανούς. Δεν θυμάμαι, μάλλον μου έδωσαν ένα κομμάτι λευκής
κουραμάνας. Είχα εντυπωσιαστεί από την οργάνωση του καταυλισμού. Ο κινητός
φούρνος τους, τα μηχανοκίνητα, άντρες ξανθοί, ολοκάθαροι, ψηλοί, βρίσκονταν σε
κίνηση. Μια γράνα, σε μικρή απόσταση από τον καταυλισμό, είχε ανοιχτεί για
αποχωρητήριο. Δεν διέκοπταν τη στρατιωτική τους ετοιμότητα. Δυο τρεις με ξάφνιασαν,
με τη ανέλπιστη παρουσία τους σε ένα χωράφι μας, στο ρίζωμα του βουνού κάτω από
την Μονή Κούμπαρη. Δε μου έδωσαν σημασία. Ήταν αφοσιωμένοι στη στρατιωτική
μελέτη, με τη βοήθεια ενός οργάνου, κάτι σαν τρίποδο. Είχα πάει να βοσκήσω τη
γίδα. Από εδώ και πέρα, είχαμε πια να παλέψουμε με
τη μοίρα μας. Μετά τους ηρωισμούς, θα ‘ρθει η θανατερή πείνα, η διχόνοια, η
κατάρα της φυλής, μάς περίμεναν τώρα στην Κατοχή. (Για
την αντιγραφή Παναγιώτης Ζηρίνης)