Εκτύπωση

https://www.spartorama.gr/articles/85561-i-stala-sto-tabani-apo-ton-baggeli-mitrako/

Spartorama - Print | «Η στάλα στο ταβάνι» από τον Βαγγέλη Μητράκο

«Η στάλα στο ταβάνι» από τον Βαγγέλη Μητράκο

«Η στάλα στο ταβάνι» από τον Βαγγέλη Μητράκο
Κάποιες φορές ποντικάκια τρύπωναν πάνω στο ταβάνι και τρεχάλιζαν όλη τη νύχτα ή ροκάνιζαν ασταμάτητα
Οδός Εμπόρων

Το σπίτι μου το πατρικό ήτανε ένα παλιό σπίτι από πλίθρες, με παλιά κεραμίδια από κείνα που έφτιαχναν τα κεραμοποιεία της Σπάρτης του «τότε», με τρία μικρά δωματιάκια κι ένα μικρό διάδρομο μπροστά τους. Το αγόρασε ο πατέρας μου με την προίκα της μάνας μου, στα 1953, και όλα τα χρόνια, όσο έζησε, πάσχιζε κάτι να διορθώσει, κάτι να φτιάξει από τις πολλές ανάγκες του, μέσα κι  έξω.

Μια από τις πιο παλιές μου μνήμες, σαν πολύ μικρό παιδί, είναι να βρίσκομαι ξαπλωμένος στο ντιβάνι του «χειμωνιάτικου» και να βλέπω τη σκεπή από κάτω, μιας και το σπίτι ήτανε ακόμα αταβάνωτο. Έβλεπα, λοιπόν, το φως του ήλιου να περνάει απ’ τις μικρές χαραμάδες ανάμεσα στα κεραμίδια και να παίζει με τη σκόνη, έβλεπα και τις κόρδες της σκεπής, που πάνω τους, πολλές φορές, σεργιάναγε η γάτα του σπιτιού, αφού όλο και κάποιο ποντικάκι ή σαμιαμίδι θα ξετρύπωνε στα κεραμίδια.

Κάποια χρονιά, ο πατέρας μου κατάφερε να βολέψει λίγα χρήματα, αγόρασε κάμποσα κομμάτια πεπιεσμένου χαρτιού, ειδικού για ταβάνωμα, και μιας και έπιαναν τα χέρια του, σε μερικές μέρες ταβάνωσε, μόνος του, το φτωχικό μας. Μάλιστα, στη σάλα, που ήταν το επίσημο (ας πούμε) δωμάτιο, για να γίνει πιο όμορφο το ταβάνι, το στόλισε γύρω – γύρω με ένα διακοσμητικό μοτίβο από πηχάκια.

Το ταβάνι αυτό, που ομόρφυνε και ζέστανε το σπίτι, δε βάφτηκε ούτε λουστραρίστηκε ποτέ. Έμεινε με το βαθύ καφετί του χρώμα, που με τα χρόνια σκούρυνε, ιδιαίτερα στο χειμωνιάτικο, από τον καπνό του τζακιού.

Αυτό, λοιπόν, το παλιό ταβάνι, σε μας τα παιδιά του σπιτιού, έδινε ένα αίσθημα ασφάλειας και ζεστασιάς, αλλά, πού και πού, μας… φόβιζε:

Κάποιες φορές ποντικάκια τρύπωναν πάνω στο ταβάνι και τρεχάλιζαν όλη τη νύχτα ή ροκάνιζαν ασταμάτητα. Η μεγάλη φασαρία γινότανε όταν φέρνανε πάνω στο ταβάνι κανένα καρύδι και τότε γινότανε χαμός, λες κι έπαιζαν μπάλα στην αλάνα τα παιδιά της γειτονιάς. Κατά έναν ανεξήγητο για μας τρόπο, όλη αυτή η ποντικοφασαρία τέλειωνε το πρωί, αφού μας είχαν ξενυχτίσει όλη τη νύχτα. Τότε ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης, έβαζε από την καταπακτή, πάνω στο ταβάνι, τον γάτο του σπιτιού, τον άφηνε μια-δυο νύχτες και τα ποντίκια εξαφανίζονταν.

Σαν έβρεχε, πάλι, το ταβάνι μας ειδοποιούσε, ότι κάποιο κεραμίδι είχε φύγει από τη θέση του ή έσπασε και πέρναγε μέσα το νερό της βροχής, αφού οι στάλες έσταζαν στο ταβάνι μ’ έναν ρυθμικό χτύπο, όπως εκείνον του ρολογιού. Εγώ, σαν μικρό παιδί, δεν ξέρω για ποιον λόγο, είχα ένα ψυχολογικό απωθημένο, μ’ αυτές τις σταγόνες: Ανησυχούσα μην κάνουν ζημιά στο σπίτι, μην πλημμυρίσει το ταβάνι κι αρχίσει το νερό να πέφτει μέσα στο σπίτι, μη…μη…μη…, χίλια δυο «μη», χίλιες δυο μικρές παιδικές ανησυχίες.

Θυμάμαι, όταν κοιμόμουνα στο κρεβάτι της σάλας (τα άλλα δυο αδέρφια μου κοιμούνταν στην καμαρούλα και οι γονείς στο χειμωνιάτικο), όταν έβρεχε το χειμώνα, μέσα στο σκοτάδι, κουκουλωμένος ως τα μάτια κάτω από τα βαριά σκεπάσματα, (προίκα στον αργαλειό της μάνας μου, στο χωριό της, Κουρουνιού Γορτυνίας  Αρκαδίας), είχα το νου μου, μέχρι να κοιμηθώ, μήπως ακούσω καμιά στάλα στο ταβάνι, εκτός από το τραγούδι της βροχής που έπεφτε πάνω στα κεραμίδια και στο τσίγκο της εισόδου. Αν τύχαινε και άκουγα το τακ-τακ-τακ από τη σταγόνα, έχανα τον ύπνο μου. Το πρωί κοίταζα το ταβάνι κι έβλεπα εκεί που έπεφταν όλη νύχτα οι στάλες να έχει γίνει ένας σκούρος λεκές από το νερό. (Αυτοί οι λεκέδες όταν στέγνωναν έκαναν σημάδια πάνω στο ταβάνι και διάβαζες εκεί την ιστορία της στέγης και των κεραμιδιών της).

-Μάνα, έχει στάλα το νταβάνι στη σάλα. Την άκουγα όλη νύχτα.

Η μάνα μου, η Παναγιώτα, ερχότανε στη σάλα, έριχνε μια ματιά και το μεσημέρι παράγγελνε στον πατέρα μου:

-Παναγιώτη, έχει στάλα στα κεραμίδια, στη σάλα. Να πεις του κυρ Γιάννη να έρθει να τη φτιάξει.

Ο κυρ Γιάννης ήτανε γείτονας, ωραίος άνθρωπος, μάστορας καλός στις οικοδομές και ειδικός για τα κεραμίδια που έσταζαν.

Ερχότανε, λοιπόν, ο κυρ Γιάννης, φορώντας την τραγιάσκα του, με μια ξυλόσκαλα περασμένη στον ώμο, ρώταγε πρώτα «πού στάζει;», έστηνε τη σκάλα στο τοίχο, ανέβαινε στη σκεπή, έβρισκε πού ήτανε τα «άτακτα» κεραμίδια, τα σήκωνε, τα ξανάβαζε σωστά στη θέση τους, αν κάποιο ήτανε σπασμένο το πέταγε στην αυλή κι έβαζε  ένα γερό στη θέση του, μετά κατέβαινε, πληρωνότανε κι έφευγε γι’ άλλη δουλειά, να γιατρέψει κι άλλα σπίτια.

Όλη αυτή τη δουλειά, εμείς τα παιδιά, την είχαμε κάνει θέαμα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ιδιαίτερα μας εντυπωσίαζε πώς ο κυρ Γιάννης περπατούσε με τέτοια άνεση πάνω στα κεραμίδια και πώς, τόσο γρήγορα, έβρισκε πού ήτανε η ζημιά και τη διόρθωνε.

-Παιδιά, μεριάστε, θα πετάξω κεραμίδι, μας φώναζε.

 Κι εμείς μεριάζαμε και βλέπαμε το σπασμένο κεραμίδι να κάνει ένα σύντομο πέταγμα στον αέρα, σαν λαβωμένη καρακάξα, και να σπάζει με πάταγο, όπως οι στρακαστρούκες της αποκριάς,  στο τσιμέντο της αυλής. Όταν τέλειωνε ο κυρ Γιάννης, πριν σκουπίσει η μάνα μας τα σπασμένα κεραμίδια, εμείς, τα παιδιά, παίρναμε μερικά κομμάτια τους και τα χρησιμοποιούσαμε για να κάνουμε γραμμές στο δρόμο και στις αυλές για τα παιχνίδια μας (κουτσονήλιο κλπ) ή και ζωγραφιές σαν τους ανθρώπους των σπηλαίων.

Το επόμενο βράδυ, όσο και να ’βρεχε, εγώ κοιμόμουνα ήσυχος με καταλαγιασμένους τους φόβους μου για τις στάλες, αφού ήξερα ότι ο κυρ Γιάννης είχε κάνει καλή δουλειά και θα πέρναγε πολύς καιρός μέχρι να ακουστεί και πάλι στάλα στο ταβάνι.

Σήμερα κοιμάμαι μέσα στο «θωρακισμένο» σπίτι μου κι όχι μόνο δεν ακούω ποντικάκια και στάλες στο ταβάνι, αλλά ούτε καν τη βροχή που πέφτει έξω. Κι έχω, γι’ αυτό, μονίμως την αίσθηση, πως, τελικά, το μόνο που καταφέραμε με τον πολιτισμό μας ήταν γίνουμε «φυλακισμένοι» μακριά απ’ τη ζωή που περνάει έξω απ’ τα παραθύρια μας. 

 

Σπάρτη 30-10-2026
Βαγγέλης Μητράκος