Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2026
Η Ιστορία δεν γράφεται για να μας παρηγορεί. Γράφεται για να μας θυμίζει ότι τίποτα δεν ήταν αναπόφευκτο και τίποτα δεν χαρίστηκε. Όταν τη μετατρέπουμε σε μύθο, δεν σώζουμε το παρελθόν. Προστατεύουμε το παρόν από την κριτική.
Ο Έλληνας, όταν δεν ξέρει Ιστορία, τη
φαντάζεται. Και όταν τη φαντάζεται, τη θέλει παρηγορητική. Να έχει έναν καλό
πατέρα, λίγη Παναγία, και πολλή εθνική αγαλλίαση. Κάπως έτσι προκύπτει και ο
κινηματογραφικός Καποδίστριας ένας κυβερνήτης χωρίς κυβέρνηση, ένας πολιτικός
χωρίς πολιτική, ένας Ευρωπαίος χωρίς Ευρώπη. Καμία ιστορική αφήγηση δεν
διαφημίζεται τόσο επίμονα αν δεν εξυπηρετεί κάτι πέρα από την τέχνη. Η ταινία
Καποδίστριας δεν προωθήθηκε απλώς ως κινηματογραφικό έργο· προωθήθηκε ως εθνικό
καθήκον. Η υπερπροβολή της, οι δημόσιες παρουσίες, οι τελετουργικές θεάσεις από
την πολιτική ηγεσία, δεν λειτουργούν ως αισθητικές κρίσεις αλλά ως πολιτικά
σήματα. Όταν η εξουσία πηγαίνει οργανωμένα να «δει» μια ταινία, δεν βλέπει,
επικυρώνει. Η παρουσία του πρωθυπουργού στην αίθουσα δεν είχε χαρακτήρα
ιδιωτικό. Ήταν συμβολική πράξη. Το κράτος αναγνώριζε στον μύθο τον εαυτό του. Η
εξουσία έσκυβε πάνω από την οθόνη και έβλεπε αυτό που είχε ανάγκη, μια Ιστορία
χωρίς κοινωνικές αντιθέσεις, ένα παρελθόν καθαγιασμένο, έναν ηγέτη απογυμνωμένο
από πολιτική σύγκρουση. Η τέχνη, έτσι, δεν ελέγχει την εξουσία, την
καθησυχάζει. Και από την άλλη η διαφήμιση δεν είναι ουδέτερη, είναι μορφή
παραγωγής συναίνεσης. Όσο πιο αδύναμη είναι η κοινωνική αφήγηση του παρόντος,
τόσο πιο θορυβώδης γίνεται η εξιδανίκευση του παρελθόντος. Η ταινία δεν
καλύπτει ένα ιστορικό κενό, καλύπτει ένα πολιτικό. Και γι’ αυτό χρειάστηκε
κρατική στοργή, τηλεοπτική υπερπροβολή, σχεδόν εθνική επιβεβαίωση. Ο Καποδίστριας της ταινίας είναι ο ιδανικός
ηγέτης για κάθε εξουσία που φοβάται την πολιτική. Κυβερνά χωρίς κοινωνία,
αποφασίζει χωρίς ταξικά υποκείμενα, νομιμοποιείται όχι από την ιστορία αλλά από
το υπερβατικό. Ένας ηγέτης που δεν συγκρούεται, δεν αμφισβητείται, δεν
εξηγείται. Απλώς ευλογείται. Η σύμπλευση καλλιτεχνικού μύθου και κρατικής
προβολής αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο, ότι η ταινία δεν απευθύνεται στην ιστορική
μνήμη, αλλά στη συλλογική ανασφάλεια. Δεν ζητά κατανόηση, ζητά πίστη. Και όπου
ζητείται πίστη, η πολιτική έχει ήδη αποσυρθεί. Η Ιστορία όμως δεν έχει ανάγκη από
πρωθυπουργικές θεάσεις για να υπάρξει. Ούτε από διαφημιστικές καμπάνιες για να
σταθεί. Όταν ένα έργο τέχνης χρειάζεται τη σφραγίδα της εξουσίας για να
νομιμοποιηθεί, τότε δεν μιλάμε για μνήμη αλλά για ιδεολογική χρήση του
παρελθόντος. Ο Καποδίστριας δεν ανήκει σε κανένα πολιτικό
γραφείο, ούτε σε κανένα κινηματογραφικό εικονοστάσι. Ανήκει στην Ιστορία και η Ιστορία δεν
χειροκροτείται. Αναλύεται. Ο πραγματικός Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε ένας
από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους διπλωμάτες της εποχής του. Υπουργός
Εξωτερικών του τσάρου, άνθρωπος της Ιερής Συμμαχίας, δηλαδή της ευρωπαϊκής
αντεπανάστασης. Και πολύ λογικά, γιατί οι λαοί είχαν τη συνήθεια να ανατρέπουν
καθεστώτα. Δεν πίστευε στις εξεγέρσεις, ούτε στη λαϊκή αυτενέργεια. Πίστευε
στην τάξη, στη διοίκηση, στο κράτος από τα πάνω. Όχι γιατί ήταν «κακός», αλλά
γιατί αυτή ήταν η πολιτική λογική της τάξης που υπηρετούσε Δεν ήταν προδότης,
όπως δεν ήταν και ήρωας. Ήταν αυτό που λέμε επαγγελματίας της εξουσίας. Και ο θεατής; Ο θεατής συγκινείται. Όχι επειδή
έμαθε κάτι, αλλά επειδή αναγνώρισε αυτό που ήδη πίστευε. Ότι κάποτε είχαμε έναν
άγιο που θα μας έσωζε, αν δεν τον χάλαγαν οι κακοί Έλληνες. Μια παλιά ιστορία.
Την ίδια λέμε πάντα, για να μη χρειαστεί να εξηγήσουμε γιατί το κράτος μας
γεννήθηκε στραβό, εξαρτημένο και φοβικό. Εδώ συνήθως αρχίζει το πρόβλημα, ο Έλληνας
θέλει τους πολιτικούς του ήρωες επαναστάτες και τους επαναστάτες του
πολιτικούς. Αν δεν του βγαίνει, τους κάνει αγίους. Η σχέση του Καποδίστρια με τη Φιλική Εταιρεία
και την Επανάσταση ήταν εχθρική. Τη θεωρούσε επικίνδυνη, πρόωρη, ασύμβατη με
τις ισορροπίες της Ευρώπης. Και είχε δίκιο, όχι ηθικά, αλλά πολιτικά. Η Ευρώπη
της εποχής δεν ανεχόταν επαναστάσεις. Αυτό ακριβώς γνώριζε ο Καποδίστριας και γι’
αυτό τον εμπιστεύονταν. Όταν ήρθε στην Ελλάδα, ήρθε ως κυβερνήτης, όχι
ως λυτρωτής. Βρήκε μια κοινωνία διαλυμένη, με τοπικά συμφέροντα, ένοπλες
φατρίες και ανύπαρκτο κράτος. Προσπάθησε να επιβάλει συγκεντρωτική διοίκηση, να
οργανώσει οικονομία, παιδεία, δημόσιο μηχανισμό. Και για να το πετύχει αυτό,
συγκρούστηκε. Περιόρισε, επέβαλε, αγνόησε. Δεν κυβέρνησε δημοκρατικά, κυβέρνησε
αποτελεσματικά, με τα μέτρα της εποχής του. Το κράτος, βλέπεις, δεν χτίζεται με λιβάνια.
Χτίζεται με χαρτιά, φόρους και εντολές. Γι’ αυτό και δεν είναι ποτέ συμπαθής. Αυτές οι πλευρές απουσιάζουν σχεδόν
ολοκληρωτικά από την ταινία. Η πολιτική εξαφανίζεται και στη θέση της μπαίνει η
μεταφυσική. Η Ευρώπη λείπει, οι ταξικές συγκρούσεις λείπουν, η διοικητική βία
λείπει. Αντί γι’ αυτά, έχουμε οράματα, θρησκευτικά σύμβολα και μια αφήγηση που
θυμίζει περισσότερο κατήχηση παρά ιστορικό έργο. Ο κινηματογράφος, όμως, δεν αγαπά τα
προβλήματα. Αγαπά τις εικόνες. Έτσι, αντί για πολιτική, μας δίνει λιβάνι. Αντί
για ευρωπαϊκή διπλωματία, μας δίνει οράματα. Κι αντί για Ιστορία, μας δίνει
εθνική κατήχηση. Όχι επειδή έτσι ήταν τα πράγματα, αλλά επειδή έτσι είναι πιο
εύπεπτα. Δεν πρόκειται απλώς για καλλιτεχνική επιλογή.
Πρόκειται για ιδεολογική λειτουργία. Όταν η Ιστορία απογυμνώνεται από τις
υλικές της συνθήκες, γίνεται μύθος. Και ο μύθος είναι πάντα πιο χρήσιμος από
την αλήθεια, γιατί δεν ενοχλεί. Η μεγάλη απήχηση της ταινίας εξηγείται ακριβώς
εδώ. Η πλειοψηφία των θεατών αγνοεί ποιος πραγματικά ήταν ο Καποδίστριας και
ποια ήταν η θέση του μέσα στο ευρωπαϊκό πολιτικό γίγνεσθαι. Δεν γνωρίζει την
Ιερή Συμμαχία, ούτε τη λογική των αυτοκρατοριών. Έτσι, ο κινηματογραφικός μύθος
λειτουργεί σαν μάθημα Ιστορίας εύκολο, συγκινητικό και ακίνδυνο. Η αλήθεια κουράζει. Θέλει διάβασμα. Ο μύθος
βλέπεται σε δύο ώρες και σε κάνει να φεύγεις συγκινημένος. Η πολιτική διαχείριση της ταινίας δεν ήταν
τυχαία. Η επιμελημένη απόσταση της εξουσίας, η απουσία που λειτούργησε ως
επικοινωνιακή πολιτική, δείχνει ότι ο μύθος κρίθηκε χρήσιμος αλλά επικίνδυνος
αν υιοθετηθεί πλήρως. Γιατί ο Καποδίστριας της ταινίας δεν είναι απλώς
παρελθόν είναι πρόταση για το παρόν. Ο
αυστηρός, πατερναλιστικός ηγέτης που κυβερνά «για το καλό μας», χωρίς
κοινωνικές διαμεσολαβήσεις. Ο Καποδίστριας του 21ου αιώνα δεν χρειάζεται
να υπάρξει στην πραγματικότητα. Αρκεί να υπάρχει ως εικόνα. Ως υπενθύμιση ότι
«κάποτε κυβερνηθήκαμε σωστά» και άρα μπορούμε να ξανακυβερνηθούμε έτσι, αν
σωπάσουμε λίγο και εμπιστευτούμε τους ειδικούς. Ο πραγματικός Καποδίστριας, όμως, ήταν
επικίνδυνος. Όχι γιατί ήταν άγιος, αλλά γιατί ήταν εξουσία. Και η εξουσία πάντα
συγκρούεται. Όποιος τον μετατρέπει σε εικονίτσα, δεν τον τιμά. Τον αφοπλίζει. Η Ιστορία δεν γράφεται για να μας παρηγορεί.
Γράφεται για να μας θυμίζει ότι τίποτα δεν ήταν αναπόφευκτο και τίποτα δεν
χαρίστηκε. Όταν τη μετατρέπουμε σε μύθο, δεν σώζουμε το παρελθόν. Προστατεύουμε
το παρόν από την κριτική. Και αυτό, τελικά, είναι το πραγματικό θέμα της
ταινίας. Η Ιστορία, όταν γίνεται εικόνα, παύει να είναι
επικίνδυνη. Γίνεται διακόσμηση. Αν το έγραφε ο Βασίλης Ραφαηλίδης, θα το έλεγε
ωμά: «όταν ο λαός δεν ξέρει ιστορία, του σερβίρουν
μύθο. Και μάλιστα σε HD». Θα μας θύμιζε ότι κανένας κυβερνήτης δεν
πέφτει από τον ουρανό, ούτε κυβερνά στο κενό. Κυβερνά πάνω σε κοινωνικές
αντιθέσεις. Παίρνει θέση. Και η θέση του Καποδίστρια ήταν καθαρή, με την
ευρωπαϊκή συντηρητική τάξη πραγμάτων, απέναντι σε κάθε επαναστατική δυναμική
που γεννήθηκε από τα κάτω. Γι’ αυτό και η δολοφονία του δεν ήταν απλώς
«εθνική τραγωδία». Ήταν σύγκρουση συμφερόντων, εμφύλια σύγκρουση εξουσίας,
αποτέλεσμα ενός κράτους που στήθηκε χωρίς κοινωνική συναίνεση, χωρίς συμμετοχή,
χωρίς πολιτική δημοκρατία. Αλλά αυτά χαλάνε το αφήγημα. Και το αφήγημα σήμερα είναι πολύτιμο. Η ταινία
για τον Καποδίστρια δεν προβλήθηκε απλώς. Διαφημίστηκε. Σαν προϊόν εθνικής
συγκίνησης, σαν ασφαλές καταφύγιο για μια κοινωνία κουρασμένη, φοβισμένη και
μπερδεμένη. Δεν ήταν τυχαίο ότι πήγε να τη δει και ο Μητσοτάκης. Ούτε ήταν
«προσωπική του επιλογή», όπως θα έλεγε το δελτίο Τύπου. Ήταν πολιτική πράξη.
Επικοινωνιακή. Μετρημένη. Γιατί ο Μητσοτάκης -και κάθε σύγχρονος διαχειριστής
της εξουσίας- θα ήθελε πολύ να είναι ο Καποδίστριας του 21ου αιώνα. Ένας ηγέτης
που «ξέρει καλύτερα», που κυβερνά με τεχνοκρατική βεβαιότητα, που παρακάμπτει
τη λαϊκή βούληση στο όνομα της σωτηρίας της χώρας. Δεν είναι σύμπτωση. Είναι πολιτική συνέχεια. Η απουσία του πρωθυπουργού από την πραγματική,
ζωντανή κοινωνία και η παρουσία του στην κινηματογραφική αίθουσα δεν είναι
συμβολική. Είναι επικοινωνιακή στρατηγική. Εκεί που η Ιστορία δεν απαντά, μόνο
συγκινεί. Εκεί που δεν υπάρχει αντίλογος, μόνο μουσική υπόκρουση. Γιατί η αλήθεια είναι δεσμευτική. Σε
περιορίζει. Σε υποχρεώνει να πάρεις θέση. Να δεις ποιος είχε δύναμη, ποιος όχι,
ποιος ωφελήθηκε και ποιος πλήρωσε. Το ψέμα όμως -το καλοφτιαγμένο ψέμα- μπορείς να το κάνεις ό,τι θέλεις. Να το ντύσεις πατριωτισμό. Να το κάνεις
ταινία. Να το χειροκροτήσεις όρθιος. Και έτσι, αντί να μάθουμε τι ήταν ο
Καποδίστριας, μαθαίνουμε τι χρειάζεται σήμερα η εξουσία να πιστεύουμε ότι ήταν.
Η Ιστορία δεν είναι μνημόσυνο. Είναι πεδίο μάχης. Κι όποιος την παρουσιάζει
χωρίς σύγκρουση, χωρίς τάξεις, χωρίς κοινωνία, δεν την τιμά - τη χρησιμοποιεί. Και όπως θα έλεγε κι ο Ραφαηλίδης, με εκείνο
το χαμόγελο που πονάει περισσότερο από καταγγελία, «όταν η Ιστορία γίνεται
παραμύθι, κάποιοι κοιμίζουν τον λαό για να δουλεύουν ανενόχλητοι». Παναγιώτης Κουμουνδούρος