Vekrakos
Spartorama | «Στο Φως των Φαναριών μια Πόλη που Προσπαθεί να Κρύψει το Σκοτάδι της» από τον Βασίλη Λαδά

«Στο Φως των Φαναριών μια Πόλη που Προσπαθεί να Κρύψει το Σκοτάδι της» από τον Βασίλη Λαδά

Βασίλης Λαδάς 12/04/2026 Εκτύπωση Άρθρα Δημοτικά Κοινωνία Παιδεία Πολιτική
«Στο Φως των Φαναριών μια Πόλη που Προσπαθεί να Κρύψει το Σκοτάδι της» από τον Βασίλη Λαδά
Ένας Στολισμός Λίγων Ημερών που Παρουσιάζεται με Μεγάλα Λόγια και Αμοιβαίους Επαίνους. Μια Πόλη Στολισμένη για Λίγο και Ξεχασμένη για Πολύ

«Με το θάρρος της γνώμης…. Νο16» από τον Βασίλη Λαδά          


Όταν ο Εφήμερος Στολισμός Βαφτίζεται «Ανάπτυξη» Το Μικρό Προβάλλεται ως Μεγάλο για να Καλύψει το Ανύπαρκτο

Υπάρχουν στιγμές που μια πόλη δεν κρίνεται από όσα λέγονται για αυτήν, αλλά από όσα πραγματικά συμβαίνουν μέσα της. Από την καθημερινότητά της, από το αποτύπωμα που αφήνει στον χρόνο, από την αλήθεια που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από εικόνες και εντυπώσεις. Και τότε είναι που χρειάζεται να ειπωθούν τα πράγματα καθαρά, όχι για να ενοχλήσουν, αλλά για να θυμίσουν τι πραγματικά αξίζει.

Υπάρχει κάτι βαθιά απογοητευτικό όταν βλέπεις ανθρώπους, να αλληλοεπαινούνται δημόσια για τα αυτονόητα. Να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις και να παρουσιάζουν το ελάχιστο ως σπουδαίο, λες και με λόγια και εικόνες μπορεί να καλυφθεί η απουσία ουσίας. Οι ίδιες και οι ίδιες φωτογραφίες επαναλαμβάνονται, προσεκτικά στημένες, όχι για να αποτυπώσουν έργο, αλλά για να το υποκαταστήσουν. Μία για να καυχηθεί ο ένας στον άλλον, μία για να δείξουν ότι κάτι έγινε, και άλλη μία απλώς για διαφήμιση.

Ένας πρόσκαιρος στολισμός λίγων ημερών, που κανονικά θα περνούσε αθόρυβα, μετατρέπεται σε “επίτευγμα” μέσα από την ίδια του την προβολή.

Παρουσιάζεται με στόμφο, ντύνεται με μεγάλα λόγια και συνοδεύεται από αμοιβαίους επαίνους, λες και πρόκειται για έργο ουσίας και διάρκειας.

Στην πραγματικότητα όμως, δεν είναι το ίδιο το έργο που αποκτά αξία, αλλά ο τρόπος που οι ίδιοι το υψώνουν και το διαφημίζουν, αυτοεπιβεβαιώνοντας ο ένας τον άλλον. Όταν η προβολή συνοδεύεται από υπαινικτικές συγκρίσεις, δημιουργείται μια εικόνα που περισσότερο θυμίζει επιβεβαίωση παρά αξιολόγηση. Όταν, ταυτόχρονα, διαγράφονται παράλληλες διαδρομές που συγκλίνουν και τέμνονται, ακόμη κι αν δεν ομολογούνται, τότε στον πολίτη εδραιώνεται η αίσθηση πως το σύστημα συσπειρώνεται προς τα μέσα, αντί να ανοίγεται προς την κοινωνία.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, περνούν και οι εποχές χωρίς να αλλάζει τίποτα ουσιαστικό. Και τώρα, μέσα στο κλίμα του Πάσχα, θα εμφανιστούν ξανά πρόεδροι σωματείων, συλλόγων και επαγγελματικών ενώσεων για να πουν τα γνωστά. Ότι οι τιμές είναι χαμηλές, ότι υπάρχουν προσφορές, ότι ο κόσμος δεν έχει αγοραστική δύναμη, ότι η αγορά δεν κινείται. Τα ίδια λόγια, με την ίδια σειρά, σχεδόν κάθε χρόνο.

Όμως αυτή η επανάληψη δεν δίνει λύση. Δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Απλώς συντηρεί μια μόνιμη περιγραφή του προβλήματος, χωρίς να αγγίζει την ουσία του. Αντί να αναζητηθεί μια πιο καθαρή ματιά και μια πιο ουσιαστική στάση, που να πηγαίνει πιο πέρα από τα συνηθισμένα, μένουμε εγκλωβισμένοι σε διαπιστώσεις που ανακυκλώνονται και κουράζουν.

Σωστά ζητείται από τους πολίτες να στηρίξουν την τοπική αγορά. Όμως η ευθύνη δεν είναι μόνο λόγια προς τα έξω. Είναι και στάση απέναντι στα προβλήματα της ίδιας της πόλης. Δεν γίνεται να θυμόμαστε την κοινωνία μόνο όταν ζητάμε στήριξη, αλλά να λείπουμε όταν η αγορά πιέζεται, όταν επιχειρήσεις κλείνουν, όταν οι επαγγελματίες περιμένουν φωνή, παρουσία και διεκδίκηση.

Και το πιο παράξενο είναι άλλο. Μόλις κάποιος ασκήσει κριτική, αμέσως κάποιοι σπεύδουν να πουν πως ξεσηκώνει τους κακούς. Αλλά ποιοι είναι τελικά οι κακοί σε μια πόλη. Αυτοί που λένε τα πράγματα όπως είναι και ζητούν να αλλάξουν, ή εκείνοι που βλέπουν τη φθορά, σωπαίνουν και αφήνουν τα προβλήματα να βουλιάζουν μαζί με την πόλη.

Γιατί η κριτική δεν χαλάει την πόλη. Η αδιαφορία και η σιωπή την χαλάει. Και όσοι ενοχλούνται από την αλήθεια, καλό είναι να αναρωτηθούν μήπως τελικά δεν τους ενοχλεί η φωνή, αλλά ο καθρέφτης.

Έτσι δημιουργείται ένα ψεύτικο κλίμα επιτυχίας, μια εικόνα που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα της πόλης. Γιατί η αλήθεια δεν κρύβεται. Φαίνεται στους δρόμους, στην καθημερινότητα, στη στασιμότητα που επιμένει, στο κλάδο της εστίασης που πιέζεται αφόρητα, ΣΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΚΑΙ ΞΕΝΟΙΚΙΑΣΤΑ ΜΑΓΑΖΙΑ ΠΟΥ ΑΥΞΑΝΟΝΤΑΙ. Και τελικά, αυτό που μένει δεν είναι οι φωτογραφίες ούτε τα λόγια. Είναι το αποτύπωμα. Και όταν αυτό λείπει, καμία αλληλοεπιβράβευση δεν μπορεί να το αντικαταστήσει.

Όταν το μικρό προβάλλεται ως μεγάλο για να καλύψει το ανύπαρκτο,  μέσα σε αυτή την ίδια λογική, φτάνουμε στο σημείο να παρουσιάζεται ακόμη και ένας στολισμός λίγων ημερών (του Πάσχα) σαν κάτι που μπορεί να φέρει κόσμο, σαν να πρόκειται για λόγο προορισμού. Να καλλιεργείται η ψευδαίσθηση ότι δήθεν ξεκινά κόσμος από παντού για να δει τα φαναράκια της Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ή της πλατείας ότι δημιουργείται κίνηση, ότι κάτι αλλάζει. Όμως η πραγματικότητα είναι άλλη. Όταν τα προσωρινά βαφτίζονται σπουδαία και τα εφήμερα παρουσιάζονται ως επιτεύγματα, τότε δεν μιλάμε για ανάπτυξη, αλλά για μια ακόμη προσπάθεια να δοθεί αξία εκεί που δεν υπάρχει. Και όσο συντηρείται αυτή η ψευδαίσθηση, τόσο η πόλη μένει στάσιμη, εγκλωβισμένη σε μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Να πούμε λοιπόν κι εμείς ένα «μπράβο» σε όσους μοιράζουν μεταξύ τους τα εύσημα, σε όσους χειροκροτούν ο ένας τον άλλον και παρουσιάζουν ως επιτυχία ό,τι βολεύει την εικόνα τους. Μπράβο, τα έχετε καταφέρει. Μας έχετε πείσει. Το θέαμα πράγματι λειτουργεί άψογα. Μόνο που η πραγματικότητα δεν χειροκροτεί. Γιατί το αποτέλεσμα, και αυτό που μετράει για την πόλη, παραμένει μικρό, ασήμαντο και ανίκανο να δημιουργήσει ουσιαστική ανάπτυξη. Και όσο συνεχίζεται αυτός ο κύκλος αλληλοεπιβράβευσης, τόσο η πόλη μένει στάσιμη, περιμένοντας έργα που δεν θα χρειάζονται χειροκρότημα για να αποδείξουν την αξία τους.

Γιατί στο τέλος δεν είναι οι εικόνες που μένουν, ούτε τα λόγια που επαναλαμβάνονται μεταξύ τους. Είναι το έργο. Είναι το αποτέλεσμα που αντέχει στον χρόνο και δίνει λόγο ύπαρξης σε μια πόλη με ιστορία και βάρος. Και αν αυτό λείπει, τότε όσο κι αν φωτιστεί η επιφάνεια, το κενό από κάτω θα παραμένει. Μέχρι κάποια στιγμή να φανεί ξεκάθαρα ότι δεν χρειαζόμαστε περισσότερα φαναράκια, αλλά περισσότερο φως ουσίας.


Από το Βασίλη Λαδά





  



Οδός Εμπόρων