Vekrakos
Spartorama | «Σαν τη φωτιά και η ζωή», γράφει ο Αθανάσιος Στρίκος

«Σαν τη φωτιά και η ζωή», γράφει ο Αθανάσιος Στρίκος

Αθανάσιος Στρίκος 21/10/2018 Εκτύπωση Άρθρα Φιλοσοφία
«Σαν τη φωτιά και η ζωή», γράφει ο Αθανάσιος Στρίκος
«Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε την λειτουργία/ του μυαλού μας με το ίδιο το μυαλό μας/ με τη δική μας αδυναμία την αδυναμία μας/ και τρέχουμε συρφετός ολομόναχοι όλοι»
Οδός Εμπόρων

Αναστενάζω καίονται όρη, βουνά και δάση

Ν’ αναστενάξω άλλη μια ο κόσμος θα χαλάσει

(Δωδεκανησιακό δίστιχο)

 

Σχήμα υπερβολής θα ειπούν πάλι οι γραμματικοί. Προσωποποίηση, αλληγορία και τα όμοια τα είπαμε σχήματα λόγου. Και να μάθουμε τα σχήματα λόγου, να μάθουμε τους υποθετικούς λόγους και άλλα παρόμοια άχρηστα. Δεν βαριέσαι. Για νά ’χουμε να σπουδάζουμε και να τα λέμε μόρφωση. Γιατί άλλη είναι η μόρφωση.

Οι αρχαίοι, όταν μιλούσαν κι έγραφαν, όπως και τώρα ορισμένοι απλοί άνθρωποι που διηγούνται συναρπαστικά, δεν είχαν ούτε οργανωμένα σχολειά, ούτε δασκάλους και ειδικά βιβλία, γραμματικές και συντακτικά και λεξικά αντιθέτων (αντώνυμα τα λένε τώρα οι σοφοί δάσκαλοί μας) και συνωνύμων, πανεπιστήμια, πτυχία, μεταπτυχιακά και διδακτορικά, ούτε τίποτ’ απ’ αυτά και άιντε να τους πιάσεις. Έφτιαχναν όμως συγκλονιστικά πράγματα στην καθημερινότητά τους, γιατί εκείνοι οι απλοί άνθρωποι είχαν μόρφωση που δεν έχουμε εμείς.

Κι όλα τα αντιμετώπιζαν μόνοι τους. Ούτε γιατρούς με τόσες ειδικότητες (σήμερα έχουμε οφθαλμιάτρους του αμφιβληστροειδούς του αριστερού ματιού ήτοι ειδικευμένους στο τίποτα) κι εξετάσεις επί εξετάσεων και με το παρά μικρό τρέχουμε στο γιατρό, ούτε δικηγόρους, ούτε φοροτεχνικούς και λογιστές και οικονομολόγους… Ήσαν μόνοι τους απ’ όλ’ αυτά, οικονομολόγοι και λοιπά. Ήταν κι ο τρόπος της ζωής απλός κι όχι πολύπλοκος και σκοτεινός. Που όσο πάμε με τις εξειδικεύσεις, τα διεπιστημονικά, τα καινοτόμα υλικά, τις εξειδικευμένες μεθοδολογίες, τις επιμορφώσεις, τις ψυχολογίες, του παιδιού, του γέρου, του κανονικού, τις ψυχαναλύσεις και τις ατέλειωτες συζητήσεις και ψαξίματα -και ψάχνουμε να βρούμε τι και τί ν’ αναλύσουμε;- κάναμε τη ζωή μας αντί να τη φωτίζουμε ό,τι πολυπλοκότερο και σκοτεινό.

Κι ήρθαν στο νου μου οι στίχοι του ποιητή:

Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε την λειτουργία

του μυαλού μας με το ίδιο το μυαλό μας

με τη δική μας αδυναμία την αδυναμία μας

και τρέχουμε συρφετός ολομόναχοι όλοι.

………………………………………………….

σαν τα κοπάδια των βοδιών μέσα στις εκτάσεις

που τα κρατάν απ’ τα πλάγια καβαλάρηδες

και πίσω σκυλιά που γαυγίζουν.

(Η έννομη τάξη, οι νόμοι, οι δικαστές, δικηγόροι, οι στρατοί, οι εξουσίες, οι θρησκείες, οι ιδεολογίες, οι επιστήμες κτλ κτλ).

Και:

Όλο στα ίδια Θεέ μου!

Έχω τόσα περάσει, τόσα διδάξει, τόσα διδαχθεί!

Μάταια όλα κι ανέκφραστα.

Μπαίνουν στη χρήση των λόγων, στη χρήση των πράξεων

στη χρήση της ψυχής μας κρατώντας το μυστήριο τους.

Σαν τη φωτιά που την ανάβουμε και τη χαιρόμαστε

κι εκείνη όσα κι αν ξέρουμε γι’ αυτήν

κρατάει βαθιά στη λάμψη της και την καταστροφή της

το μυστικό της το ανεξήγητο.

Οι τέσσερις τελευταίοι στίχοι του ποιητή Φ. Βαρέλη τάραξαν την ψυχή μου σήμερα όσο ποτέ κι ας τους είχα απαγγείλει άπειρες φορές. Είπα: Έτσι είναι και η ζωή η ίδια. Φωτιά.

Έχει μια λάμψη η ζωή από τη στιγμή που πιάνεται, αλλά και μετά έχει διαστήματα φωτεινά. Είν’ εκείνα που μας ξεγελούν, που μας κάνουν να τη βλέπουμε ωραία, να προσδοκούμε, να ελπίζουμε πως θα γίνει ακόμα καλύτερη.

Είναι όμως και καταστροφική. Και κανένας δε θα την ερμηνεύσει ποτέ όσα κι αν ξέρουμε γι’ αυτήν. Άλλωστε τη ζωή δεν τη φτιάξαμε εμείς για να ξέρουμε το σκοπό της, όπως λέει ο ίδιος στοχαστής. Και δεν θα την ερμηνεύσουμε ποτέ στο βάθος της όσο κι αν προσπαθούμε, όσα κι αν λέμε γι’ αυτήν. ?Τίποτα πιο αμίλητο από το μιλημένο?, γράφει ο Μιχ. Γκανάς.

Φωτεινή και καταστροφική μαζί η ζωή λοιπόν ακριβώς όπως η φωτιά. Και μ’ αρέσει πολύ αυτός ο στίχος. Η παρομοίωση δηλ. της ζωής με τη φωτιά. Κι αν γνωρίζουμε κάπως τη ζωή είναι στα γηρατειά και τότε που τη χάνουμε. Η έρημη η ζωή! Τι πόνους κι αγωνίες και λύπες και λαχτάρες και δράματα και τραγωδίες και δυσκολίες και προβληματισμούς κρύβει. Κυττάτε τη ζωή βρέστε και βάλτε.

Όμως δεν παύει νά ’χει και μια λάμψη. Και βλέπεις ο κάθε άνθρωπος έχει τον τρόπο του να εκφράζει το μεγαλείο της ψυχής του. Άλλος με τον λόγο, την ποίηση και τις άλλες τέχνες, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, την υφαντική, του κεντήματος, του πλεξίματος (κι εδώ βρέστε και βάλτε) με την τέχνη του μυαλού και των χεριών του, με τον χαρακτήρα του.

Οι θεοί βλέπετε δεν τα δίνουν όλα σε έναν λέει ο Όμηρος. Κι όταν ο Οδυσσέας βρίσκεται στους Φαίακες, τον καλούν να πάρει μέρος στους αγώνες που έχουν οργανωθεί, αν κάποιον άθλον γνωρίζει και διδάχθηκε, αφού κακός στο σώμα δεν είναι - Όμηρος κρούει- στους μηρούς και στις κνήμες και στα δυο χέρια πάνω (μηρούς τε κνήμας τε και άμφω χείρας ύπερθεν) και αυχένα στιβαρό και μεγάλη ψυχή έχει (αυχένα τε στιβαρόν μέγα τε σθένος). Ούτε κάτι από ακμή του λείπει (εδώ έχουμε μια ακόμη θαυμάσια περιγραφή του Οδυσσέα). Ο Οδυσσέας απαντά ότι οι θλίψεις μάλλον παρά οι άθλοι είναι στο μυαλό του, γιατί πριν πάρα πολλά έπαθε και μόχθησε. Και τώρα ενός μόνον έχει χρεία. Πώς θα επιστρέψει στην πατρίδα του.

Στον Οδυσσέα απάντησε ο Ευρύαλος λέγοντάς του: Ξένε, αδαής άντρας από άθλους, που ξέπεσε στα μέρη μας, μου φαίνεται πως είσαι. Αρχηγός ναυτών που πραματευτάδες είναι και στο μυαλό τους έχουν την πραμάτεια και τα αρπαγμένα κέρδη (κερδέων θ’ αρπαλέων) κι ούτε μ’ αθλητή μοιάζεις (ούδ’ αθλητήρι έοικας).

Στον Ευρύαλο απάντησε ο Οδυσσέας, αφού τον κύτταξε λοξά (ή τον αγριοκύτταξε) (υπόδρα ιδών). (Η λέξη υπόδρα χρησιμοποιείται μόνον μια φορά από τον Όμηρο σ’ αυτήν ακριβώς τη φράση και από κανέναν άλλον αρχαίον συγγραφέα). Καλό δεν είπες και με ατάσθαλον άνδρα μοιάζεις (ου καλόν έειπες· ατασθάλω ανδρί έοικας). Και συνεχίζει: Έτσι είναι, σ’ όλους οι θεοί χάρι δεν δίδουν. Χαρίσματα και χάριν θα τά ’λεγε ο Απ. Παύλος. Ούτε φύτρα, ούτε μυαλό, ούτε ευγλωττία. Άλλος στο κάλλος ευτελέστατος είναι, αλλά ο Θεός με ομορφιά λόγων τον στέφει κι όλοι κρέμονται απ’ τα χείλη του… και σαν Θεό τον βλέπουν στην πόλη. Άλλος πάλι στο κάλλος είναι όμοιος με τους αθάνατους θεούς, αλλά η χάρη δεν γυροστρέφει τα λόγια του.

Έτσι κι εσύ στη όψη μεγαλοπρεπής είσαι (είδος αριπρεπές) στο νου όμως είσαι κούφιος (νόον δ’ αποφώλιός έσσι). Μίλησες άκοσμα (ειπών ου κατά κόσμον), μου όρθωσες θυμό στα στήθη. Ούτε αδαής άθλων είμαι, όπως λες, αλλά απ’ τους πρώτους στα χέρια. Τώρα όμως με κατέχουν κακότητες και άλγη, γιατί πολλά υπέφερα σε πολέμους και κύματα περνώντας. Αλλά και έτσι θα επιχειρήσω άθλους (πειρήσομαι αέθλων) γιατί βαρύς ο λόγος σου (θυμοδακής γαρ μύθος).

[Θυμοδακής. Και θυμός είναι η ψυχή, το πνεύμα, το στοιχείο της ζωής, της αισθήσεως της σκέψεως, των ισχυρών αισθημάτων. Η ψυχή, η πνοή, η ζωή, η καρδιά. Και να τα λέμε για τον θυμόν και να μην τελειώνουν. Εσύ, λέει ο Ευρύαλος στον Οδυσσέα, δεν έχεις απ’ αυτά. Δηλ. δεν έχεις ψυχή και καρδιά. Και τούτο ήταν, αυτός ο λόγος, ο θυμοδακής μύθος, που του Οδυσσέα του δάγκωσε, του τρύπησε την καρδιά και τον έκανε να οργιστεί και του απηύθυνε τα βαριά λόγια. Τον είπε κούφιον στο μυαλό (νόον άποφώλιός ?σσι). (Προσέξτε τη λέξη αποφώλιος. Όπως το κλούβιο αυγό, ο φώλος, το φώλι που έμενε μόνιμα στη φωλιά και πήγαιναν οι κότες να γεννήσουν). Έτσι και το κεφάλι σου εσένα είναι κλούβιο, του είπε. Φοβερή παρομοίωση του κεφαλιού με αυγό κλούβιο που και σήμερα λέμε. Και πόσων τα κεφάλια δεν είναι άδεια;! Και τη λέξη αποφώλιος χρησιμοποιεί μόνον ο Όμηρος.]

Κι όπως ήταν με τα ρούχα πήρε δίσκο (λάβε δίσκον) μεγαλύτερο και παχύ από εκείνον που οι Φαίακες δισκοβολούσαν και αφού τον περιέστριψε τον άφηκε από το στιβαρό του χέρι (περιστρέψας ήκε στιβαρής από χειρός). Και βόμβησε ο λίθος. Και ζάρωσαν προς την γην οι Φαίακες οι ξακουστοί ναυτικοί (ναυσίκλητοι άνδρες) από του λίθου τη ριπή (λάος υπό ριπής). Κι εκείνος πέταξε υπέρ τα σήματα πάντα (ο δε υπέρπτατο σήματα πάντων). Κι ακολουθούν όσα ο ποιητής λέει στη ραψωδία θ, στίχοι 195 και επόμ. 

Μα ας επανέλθουμε μετά τη μεγάλη παρέκβαση. Όλοι λοιπόν κάτι έχουν. Κάποια προσόντα και κάτι προσφέρουν. Όμως φεύγουν οι άνθρωποι χωρίς να αφήσουν πίσω τους τίποτα από τον εαυτό τους, απ’ την ψυχή τους, από τη λάμψη της ζωής.

Αλήθεια τόση λάμψη, τόση ψυχή, τόσα συναισθήματα του ανθρώπου, ενός μόνον ανθρώπου ώστε να ωχριά ολόκληρη η φύση, ολόκληρο το σύμπαν μπροστά της πού πήγε; Γιατί όλα να γίνονται μηδέν; Να καταστρέφονται μονομιάς; Να ανάβουν και να σβήνουν αφού φωτίσουν όπως η φωτιά;… Γι’ αυτό μου αρέσει τόσο πολύ ο στίχος του ποιητή που παρομοιάζει τη ζωή με τη φωτιά, που μέσα στη λάμψη της και την καταστροφή της κρατάει το μυστικό της το ανεξήγητο. Μυστήριο η φωτιά, το ίδιο και η ζωή. Κι εκεί που πρώτα κάποιος ήταν φοβισμένος και δειλός, πυρπολείται η ψυχή του και γίνεται λιοντάρι. Καίγεται από τη φωτιά του πνεύματος. Γίνεται όμως και παγωμένη στάχτη. Και η παρομοίωση εδώ, σε άλλο επίπεδο βέβαια, εξίσου ισοδύναμη και ισοϋψής με την ομηρική νόον αποφώλιος έσσι.

Χάνονται λοιπόν όλα μονομιάς κι αυτό είναι αναμφισβήτητο. Και κανείς δεν ξέρει πού και πότε θα πέσει ο κεραυνός. Σίγουρο είναι πάντως ότι θα πέσει. Όμως ο άνθρωπος, το μυαλό του, του τραγικού αυτού πλάσματος, που από νήπιο ωρών με τις αισθήσεις, τον λόγο, το μυαλό του όρθωσε έναν ολόκληρο κόσμο, ένα σύμπαν, αυτή την απώλεια δεν μπορεί να την αντέξει. Έτσι έπλασε μετά θάνατον ζωή, αθανασία της ψυχής, μετεμψύχωση, άλλη ζωή, παραδείσους κι όλα που ξέρουμε. Γιατί δεν μπορεί να δεχτεί πως όλα γίνονται μονομιάς μηδέν. «Μεγάλο τίποτα», που λέει ο Καβάφης. Και μαζί με τον απάνω κόσμο έφτιασε και τον κάτω τον φανταστικό. Όμως ποιος από τους δυο είν’ ο ψεύτικος και ποιος ο αλήθινός; Και παλεύουμε να ερμηνεύσουμε τη λειτουργία του μυαλού μας με το ίδιο το μυαλό μας. «Με τη δική μας αδυναμία την αδυναμία μας». Κι εμείς, καίτοι γνωρίζουμε ότι έτσι είναι, ας ευχηθούμε να είμαστε καλά και να χαιρόμαστε αυτές τις κουβέντες, οι οποίες έχουν μια μεγαλοπρέπεια. Αφού και τα τραγικά, τα σκληρά έχουν κι αυτά σαν τη φωτιά μια λάμψη, ένα μεγαλείο. Το μεγαλείο του πόνου.         

Αθανάσιος Στρίκος


Οδός Εμπόρων