Vekrakos
Spartorama | «Καινούργια Ρούχα», από τον Γεώργιο Κόρδη

«Καινούργια Ρούχα», από τον Γεώργιο Κόρδη

Γεώργιος Κόρδης 09/09/2021 Εκτύπωση Άρθρα Κοινωνία Φιλοσοφία
«Καινούργια Ρούχα», από τον Γεώργιο Κόρδη
«…αγαπώ …τα ρυτιδωμένα πρόσωπα των μεγαλωμένων ανθρώπων. Αυτά προπάντων. Τα χάζευα με τις ώρες και έψαχνα στα κρυφά εκεί να βρω τις διαδρομές των ρυτίδων…»
Οδός Εμπόρων

Μου άρεσαν πάντα, όσο θυμάμαι, τα φθαρμένα πράγματα. Φοβόμουνα τα καινούργια πράγματα, μου έφεραν δυσφορ?α, σχεδόν με τρόμαζαν.

Όταν είμουνα μικρ?ς και με είχαν φέρει στην Αθήνα οκτώ χρονώ παιδάκι, ντρεπόμουν να πάω σχολείο άμα τύχαινε, αν και τύχαινε σπάνια, να με αγοράσει η μάνα κανένα καινούργιο ρούχο. Φοβόμουνα πως θα διακρινόμουνα έτσι, πως θα με ρωτούσαν θα σχολίαζαν, θα συνέκριναν, θα έπρεπε να μιλήσω και να εξηγήσω. Κι εγώ ντρεπόμουνα που είμουνα από χωρίο και δεν ήξερα να ομιλώ καλά τη γλώσσα της πρωτεύουσας.

Αργότερα έμαθα να μιμούμαι καλώς τη γλώσσα της πρωτεύουσας και περνούσα απαρατήρητος, αλλά εγώ πάντα ντρεπόμουνα να φοράω καινούργια ρούχα. Προτιμούσα τα παλιά.

Μεγαλώνοτας ανακάλυψα -το κράταγα αυτό για χρόνια επτασφράγιστο μυστικό- πως αγαπώ τα ερείπια, τα παλιά σακατεμένα από επελάσεις κάστρα, τα σαρακοφαγωμένα από τον αδυσώπητο χρόνο σκαριά των παροπλισμένων καραβιών, τους λερούς δρόμους του κέντρου της Αθήνας τις λεηλατημένες από ανηλέητους ηδονοθήρες του καλοκαίρια ακτές, τα ρυτιδωμένα πρόσωπα των μεγαλωμένων ανθρώπων. Αυτά προπάντων. Τα χάζευα με τις ώρες και έψαχνα στα κρυφά εκεί να βρω τις διαδρομές των ρυτίδων, να φωλιάσω κρυφά τις περίτεχνες συμπλοκές τους. Πόση ομορφιά εύρισκα στα γλυπτά αυτά του χρόνου, στην διαδρομή μιας ζωής αποσφραγισμένης ανεξίτηλα σε πρόσωπα!

Ύστερα γελάστηκα πως ανδρώθηκα κι άρχισα να συστήνω αδιάντροπα θεωρίες ψυχολογικών αποχρώσεων για να δικαιολογήσω την αλλόκοτη έλξη μου για τα φθαρμένα και τσαλακωμένα πράγματα.

Μεγάλωσα όμως πια! Δεν έχω καιρό για εύκολες θεωρίες μήτε μου επιτρέπεται να κρύβομαι πλέον πίσω από ανέξοδα άλλοθι.

Βάζω το χέρι μου στο σακί και τραβώ μια λύση, πιο έντιμα έτσι θαρρώ, μπορεί μάλιστα νάναι τυχαίως και ορθή, ποτέ δεν ξέρεις!

Ο λόγος λοιπόν νομίζω που γοητεύομαι από τα φθαρμένα πράγματα είναι η πνευματική μου νωθρότης. Γι’ αυτό φοβάμαι το καινούργιο και το ανέπαφο από του χρόνου τις φοβερές χαρακιές. Σκιάζομαι, θαρρώ, αυτό που δεν έχει επάνω του ουλές και σημάδια ήττας, πληγών και βασάνων. Το ασπίλωτο, το τέλειο πράγμα με τρομάζει, φόβο μου φέρνει και με απωθεί. Γιατί δεν μου μοιάζει και έμμεσα με καλεί να φύγω από την ασχήμια της ύπαρξης μου που βολεύεται να ζει σε τσαλακωμένες σελίδες εξομολογητικών ημερολογίων μέσα, που επαναπαύεται σε τσακισμένα να φυτοζωεί όνειρα, σε κοινωνίες να ζει ελαστικές όπου εξυμνείται το «ανθρώπινο», εκεί όπου δηλαδή εύκολα συγχωρείται το λάθος, εκεί όπου η αποτυχία δεν λογίζεται πρόβλημα, εκεί όπου συνέπειες δεν έχει η ιδιωτική οδός στη ζωή.

Μπορεί όμως να κάνω και πάλι λάθος.

Η αγάπη μου ίσως για τα τσαλαπατημένα του κόσμου ετούτου να είναι αδυναμία να πορευτώ σε έναν κόσμο καθαρών, τέλειων και δυνατών.

Ίσως τελικώς να είναι η φοβέρα της μοναξιάς του κόσμου των βέβαιων μόνων που δεν μπορώ, ίσως να είναι αυτή που με κάνει να αγκαλιάζω σφικτά και τρυφερά κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ τις πληγές όσων ξέρω κι όσων μπορούν οι τρελαμένοι της φαντασίας μου άνεμοι να φτάσουν.

 

Ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Και οι μνήμες του, γυναίκες του πένθους πικραμένες, δάκρυα τον κερνούσαν χαρμόσυνα πικρά, και οι εμπνεύσεις του άγγελοι ξέφρενοι χορευτές.

Κι εκείνο το νήμα της στάθμης, κόκκινο χρώμα της ζωής, τεταμένο μεταξύ άφταστου ουρανού και λαβωμένης γης, για να του θυμίζει παρακλητικά «κάτω, κάτω σχ?μεν τας καρδίας» για να ανέβουμε στον παράδεισο της πεπλατυσμένης καρδιάς όπου όλοι κι όλα χωρούν.


Γεώργιος Κόρδης, kordis.gr

 

Εικόνα άρθρου: Ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. (αυγοτέμπερα σε ξύλο)


Οδός Εμπόρων