Vekrakos
Spartorama | Πόθεν οι λέξεις «Κορόιδο» και «Κερατάς», από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα «Το Δεσποτάτο του Μυστρά»

Πόθεν οι λέξεις «Κορόιδο» και «Κερατάς», από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα «Το Δεσποτάτο του Μυστρά»

Δημήτριος Κατσαφάνας 10/06/2024 Εκτύπωση Άρθρα Ιστορία Κοινωνία Παιδεία
Πόθεν οι λέξεις «Κορόιδο» και «Κερατάς», από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα «Το Δεσποτάτο του Μυστρά»
(Δημήτρη Κατσαφάνα «Το Δεσποτάτο του Μυστρά», Περιφέρεια Πελοποννήσου, Έκδοση Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2021)

Όταν, λοιπόν, συλλάμβαναν τον κλέφτη, απαγορευόταν να τον σκοτώσουν. Του έδεναν τα χέρια πίσω, οπισθάγκωνα, τον μαστίγωναν φωνάζοντάς του: «Έλθεις άρα τους πάλι κλέψων;». Τον οδηγούσαν στον έπαρχο και τον δίκαζε, ενώ επέστρεφε τα κλοπιμαία. Οι νόμοι προέβλεπαν διάφορες ποινές. Ο ένοχος πλήρωνε το τετραπλάσιο της τιμής του κλοπιμαίου ή το διπλάσιο, ανάλογα πάντα με την περίπτωση. Καταδικαζόταν και σε φυλάκιση και σε ακρωτηριασμό. Άλλη τιμωρία ήταν η διαπόμπευση στους δρόμους. Τον ένοχο κλοπής ή άλλου παρεμφερούς αδικήματος τον κούρευαν για να τον διαπομπεύσουν, να τον περιτριγυρίσουν στους δρόμους της πόλης-άθλιο θέαμα.

Οι Βυζαντινοί, άνδρες και γυναίκες, είχαν μακριά μαλλιά. Η κουρά ήταν πράξη ατιμωτική. Τον ένοχο κλοπής τον κούρευαν άσχημα, με τον τρόπο που κουρεύουν τα γίδια, τα «αιγίδια». Το ρήμα κοροϊδεύω προέρχεται από το κουρογιδεύω, διότι ακριβώς τον κούρευαν όπως τα γίδια. Από εκεί και οι φράσεις «άντε να κουρεύεσαι» ή «εγώ κορόιδο δεν πιάνομαι»,  φράσεις που παραπέμπουν στον τιμωρούμενο με κουρά και διαπόμπευση. Σε τιμωρία παραπέμπει και η φράση «όλη τη νύχτα είχα μια πλάκωση», δηλαδή δύσπνοια. Όταν κάποιος ετιμωρείτο για κάποια κακή πράξη, τον πλάκωναν με βαρειές πλάκες. Παραπλήσιο είναι και το λεγόμενο «του άλλαξα την πίστη στο ξύλο». Οι Τούρκοι, όταν καταλάμβαναν περιοχές του Βυζαντίου ή και αργότερα, επέβαλλαν τους Χριστιανούς να αλλάξουν την πίστη τους με το ξύλο. Δεν έλειπαν και οι περιπτώσεις που τους σεσημασμένους κλέφτες τους σφράγιζαν το δέρμα, για να τους διακρίνουν. Στη φυλακή, δυσώδη και σκοτεινή, έμπαιναν για ένα διάστημα οι πάσης φύσεως ένοχοι: οι κλέφτες, οι ανδροφόνοι, οι τυμβωρύχοι, οι αιχμάλωτοι, οι ληστές, οι εμπρηστές, οι προδότες, οι πλαστογράφοι, οι βλάσφημοι, οι πολιτικοί εγκληματίες, οι φρενοβλαβείς, εάν οι συγγενείς τους δεν μπορούσαν να τους φυλάξουν, οι ψευδομάρτυρες και άλλοι.

 

-------


Και κατά τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου, που εδώ μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, υπήρχαν σύζυγοι που έδερναν τις γυναίκες τους, παρά τη συνηθισμένη υπόσχεση του γαμπρού, από τον 4ο αιώνα, ότι θα τη μεταχειρίζεται καλά και δεν θα τη δέρνει. Κάποτε όμως συνέβαινε και το αντίθετο, οι γυναίκες να δέρνουν τον άνδρα.

Προσβολή ήταν να ειπούν κάποιον σκηνικόν, δηλαδή θεατρίνο, ή βούβαλο και βουβαλίδα, όπως και εμείς σήμερα λέμε κάποιον βόδι, βουβάλι. Πολλούς μοναχούς που είχαν παχύνει από την ακινησία τούς ονόμαζαν περιπαιχτικά ταυραββάδες (ταύρος και αββάς), τον απατημένο σύζυγο τον χαρακτήριζαν με το γνωστό και σήμερα κερατάς, ενώ τον ρυπαρό και σκληρό άνδρα τον έλεγαν χοίρο, τον εντελώς άμουσο όνο και απλά γάιδαρο.

Ο Μιχαήλ Ψελλός από την πανεπιστημιακή έδρα της Κωνσταντινούπολης δίδαξε «πόθεν τ? ?νομα κερατ?ς». Ο Νικήτας Χωνιάτης (12ος αι.) μας παραδίδει ότι ο Ανδρόνικος Κομνηνός, για να προσβάλει τους συγχρόνους του, κρεμούσε κέρατα ελάφων στα κεντρικά μέρη της Κωνσταντινούπολης. Ο Θεσσαλονίκης Ευστάθιος πάλι (12ος αι.) λέει ότι θεωρείτο μεγάλη βρισιά να χαρακτηρίσουν κάποιον λαμπρόν κερασφόρον. Ο αθυρόστομος Σαχλίκης για ελευθεριάζουσα στα ήθη γυναίκα έλεγε ότι στην αυλή της κέρατα φυτρώνουν. Τα κέρατα από τους αρχαίους χρόνους θεωρούνταν δείγμα δύναμης, σοφίας. Ο Μωϋσής φέρεται με κέρατα. Σχετικά με την ερμηνεία της λέξης υπάρχουν διάφορες απόψεις. Την αληθινή ερμηνεία έχει δώσει ο Μιχαήλ Ψελλός. Κερατάς στην εποχή του είναι αυτός που έχει μεγάλα κέρατα. Στην πραγματικότητα, όμως, μόνο το ζώο έχει κέρατα και όχι ο άνθρωπος. Τα αρσενικά, τα κριάρια, συγκρούονται ποιο θα κερδίσει το θηλυκό. Όταν όμως το ένα αποχωρήσει και βλέπει το θήλυ να μοιχεύεται, αδιαφορεί, το ανέχεται. Για τούτο και κερατάς λέγεται ο άνδρας που δεν υποψιάζεται, δεν παίρνει τα μέτρα του για τη μοιχεία της συζύγου του.

Εκταθήκαμε σε εδάφη τα οποία ανήκουν στην κοινωνιολογία και στη λαογραφία, για να εντοπίσουμε στο απώτερο ιστορικό παρελθόν τρόπους συμπεριφοράς, αντιδράσεις σε ερεθίσματα, προτερήματα και ελαττώματα, αρετές και κακίες που συνθέτουν τον γενικό εθνικό μας χαρακτήρα, τον νεοελληνικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχει παρόν χωρίς παρελθόν. Και όταν δεν υπάρχει παρόν, δεν υπάρχει μέλλον. Οι άνθρωποι του χθες και ο πολιτισμός τους είναι η υποδομή του παρόντος. Από τα ελαττώματα και τα πάθη, τις αρετές και τις κακίες, τις κατακτήσεις και τις αποτυχίες αντλούμε εμπειρίες και βγάζουμε ορισμένα συμπεράσματα για το ποιόν μας. Η αλήθεια των γεγονότων, των συμπεριφορών πρέπει να φωτίζεται αμφίπλευρα, αντικειμενικά. Από την ιστορική αλήθεια επωφελούνται αυτοί που μελετούν την ιστορία. Όλοι ανεξαιρέτως. Διαφορετικά οι ανιστόρητοι είναι υποχρεωμένοι να επαναλάβουν τα σφάλματα του παρελθόντος.


Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα «Το Δεσποτάτο του Μυστρά»


Οδός Εμπόρων