Vekrakos
Spartorama | «Περί Καποδίστρια και Μαυρομιχαλαίων» από τον Ηλία Χρηστέα

«Περί Καποδίστρια και Μαυρομιχαλαίων» από τον Ηλία Χρηστέα

Spartorama 08/01/2026 Εκτύπωση Άρθρα Ελλάδα Ιστορία Κοινωνία Παιδεία
«Περί Καποδίστρια και Μαυρομιχαλαίων» από τον Ηλία Χρηστέα
Τα νέα στοιχεία για την δολοφονία Καποδίστρια: Οι Μαυρομιχαλαίοι δεν ήταν οι δολοφόνοι - Τα μυστηριώδη πρόσωπα

ΠΕΡΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΑΙΩΝ


Με αφορμή τη σύλληψη και φυλάκιση του Πετρόμπεη

23/24 Ιαν 1831: Σύλληψη και φυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη από τις αρχές

Πως συνελήφθη - Ο ρόλος του Κανάρη που εξόργισε τον Καποδίστρια

Μεγάλες αναταραχές στην Μάνη.


Αναμφιβήτητα ο Ιωάννης Καποδίστριας με διεθνή αναγνώριση ως σήμερα, προσπάθησε να ανορθώσει και να μεγαλώσει την Ελλάδα, δεν πρόλαβε απο τις αντιδράσεις τόσο των κοτζαμπάσηδων αλλά και των Άγγλων - Γάλλων που έβλεπαν ότι έχαναν τον έλεγχο της Ελλάδας από τον «ρωσσόφιλο» - όπως τον κατηγορούσαν Καποδίστρια.

Σε κάποια κρίσιμη στιγμή όπου υπήρχε δυσφορία και στάσεις σε διάφορες περιοχές της χώρας, ο κυβερνήτης εκτελέστηκε... Έτσι ήλθε η ξενόφερτη βασιλεία μέχρι το... 1975...

Το βάρος έπεσε στους Μαυρομιχαλαίους – κάτι που σκιάζει ως σήμερα την ένδοξη οικογενεια αγωνιστών και ηρώων με +51 νεκρούς στο 1821...

Αυτό βολεύει τους υποκινητές της δολοφονίας και τους εκτελεστές του οι οποίοι έχουν κατονομαστεί: Δεν είναι όμως οι Μαυρομιχαλαίοι που τιμωρήθηκαν με θάνατο...


Διαβάστε:

  1. Η αναστολή του Συντάγματος και η απολυταρχία Καποδίστρια
  2. Οι αντιδράσεις και οι στάσεις στην Ύδρα και τη Μάνη - Ο Κανάρης
  3. Ιστορικό της σύλληψης και φυλάκισης του Πετρόμπεη (23-24 Ιαν 1831) Ο ύπουλος ρόλος του Κανάρη
  4. Νέα στοιχεία για τη δολοφονία Καποδίστρια - Οι Μαυρομιχαλαίοι δεν ήταν οι δολοφόνοι...
  5. Ο ρόλος της Αγγλίας και Γαλλίας στη δολοφονία Καποδίστρια
  6. Ο Καποδίστριας στην Ελλάδα - Το σημαντικό του έργο


Οι σχέσεις Μαυρομιχαλαίων - Καποδίστρια

Στην Γ’ Εθνική Συνέλευση- Τροιζήνα (1827), ο Πετρόμπεης αποδέχτηκε την εκλογή του Ι. Καποδίστρια ως κυβερνήτη. Διορίστηκε μέλος της Προεδρίας του «Πανελληνίου» και της Γερουσίας (1828). Η συμμετοχή του Πετρόμπεη στα δύο αυτά σώματα που ίδρυσε ο Καποδίστριας και γενικότερα οι φιλικές σχέσεις των Μαυρομιχαλαίων μαζί του, δεν κράτησαν πολύ. Αιτία, η επίμονη προσπάθεια του Καποδίστρια, με όργανο το νομάρχη Γενοβέλη, να εκμηδενίσει την επιρροή των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη. Για το λόγο αυτό, στα 1830, ο αδελφός του Πετρόμπεη, Τζανής Μαυρομιχάλης, κίνησε στην Τσίμοβα «λαϊκή στάση» και ξεσήκωσε τους Μανιάτες εναντίον του νομάρχη.

Ο Πετρόμπεης παραμένει στο Ναύπλιο, κρατούμενος, ενώ ο Καποδίστριας κάλεσε τον Τζανή να συνεννοηθούν. Όταν όμως εκείνος έφτασε... φυλακίστηκε στο Παλαμήδι ως υπόδικος 9 μήνες με την κατηγορία εσχάτης προδοσίας.

Η σύλληψή, ξεσήκωσε νέα αναταραχή στη Μάνη. Ο Πετρόμπεης ζήτησε γι’ αυτό την άδεια να φύγει στη Μάνη, να κατευνάσει τα πνεύματα. Αλλά δεν του δόθηκε...


Ιστορικό

18 Ιαν. 1828: Ο Ι. Καποδίστριας με ψήφισμα της Βουλής αναστέλει το Σύνταγμα και «εγκαινίασε» την περίοδο της απολυταρχίας μέχρι το Σύνταγμα του 1843.


Όταν η σωτηρία τού Έθνους είναι ο υπέρτατος πάντων νόμος, και Κυβερνήτης είναι ο Ιωάννης Καποδίστριας.

Στις 18 Ιαν 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας εισηγήθηκε στην Βουλή την αναστολή τού Συντάγματος τής Τροιζίνας, καθορίζοντας την «Προσωρινή Διοίκηση τής Επικρατείας» και προκηρύσσοντας σύγκληση Εθνικής Συνελεύσεως κατά τον Απρίλιο τού 1828. Έχοντας να αντιμετωπίσει την αταξία και τις δυσκολίες που καθιστούσαν την διακυβέρνηση δυσχερή, ο Καποδίστριας στην εισήγησή του, τόνισε ότι «…η σωτηρία τού Έθνους είναι ο υπέρτατος πάντων νόμος», δεδομένου ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα τής Τροιζίνας (1827), κανένα όργανο τού κράτους δεν είχε δικαίωμα να αναστείλει την ισχύ τού καταστατικού χάρτου. Η Βουλή με ψήφισμά της αποδέχθηκε την εισήγηση και ίδρυσε ένα καινούριο προσωρινό πολίτευμα, στο οποίο όλες τις εξουσίες αναλάμβανε ο Κυβερνήτης, με την βοήθεια τού «Πανελληνίου», συμβουλευτικού οργάνου, το οποίο αποτελούνταν από 27 διοριζόμενα από τον ίδιο μέλη. (Αριθμός ΝΗ΄ τού κώδικος των Νόμων. Ελληνική Πολιτεία. Η Βουλή των Ελλήνων).

Το ψήφισμα ΝΗ΄ τής Βουλής συμπληρώθηκε με το ψήφισμα Α΄ τού Κυβερνήτου τής 20ής Ιανουαρίου, όπου κυρίως επαναλαμβάνονταν οι διατάξεις που αφορούσαν το Πανελλήνιον και όριζαν τον αριθμό των μελών του σε 27.

Οι πολιτικές κινήσεις του Καποδίστρια προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια, τόσο των οπαδών του συνταγματικού πολιτεύματος, όσο και των προκρίτων και των ναυτικών. Η αίγλη που τον περιέβαλε άρχισε να διαλύεται. Η αδυναμία ικανοποιήσεως όλων των αιτημάτων, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση διεξαγωγής των εκλογών, έδωσαν την αφορμή για το σχηματισμό ισχυρής αντιπολίτευσης κατά του Κυβερνήτη. Κατηγορήθηκε ακόμη ότι αγνόησε τη μακρά κοινοτική παράδοση της χώρας και θέλησε να μεταφυτεύσει από την αλλοδαπή θεσμούς, μη προσιδιάζοντες στην τότε πραγματικότητα.

Μία ακόμη κίνηση του Ι Καποδίστρια:

18 Ιαν 1829. -«Ο Κυβερνήτης διώρισε τον άδελφό αυτού Αυγουστίνον πληρεξούσιον και τοποτηρητήν του πολιτικόν και στρατιωτικόν επί την επαρχιών της στερεάς Ελλάδος». Εξαιτίας τού χαρακτήρα του η κίνηση αυτή προκάλεσε ιδιαιτέρως βαριές κριτικές ακόμη και από τα άλλα δύο αδέλφια τους.


Η στάση στην Ύδρα

Η πρώτη δυναμική αντιπολιτευτική ενέργεια ήλθε με τα στασιαστικά κινήματα της Ύδρας το 1829, που επιδίωκαν την ανατροπή του Καποδίστρια. Ζήτησαν από τον Μιαούλη να καταλάβει τον ναύσταθμο του Πόρου, πριν προλάβει ο διοικητής του Κανάρης να έλθει εναντίον της Ύδρας. Ο Καποδίστριας παρακάλεσε τον ναύαρχο Ρίκορντ να επιτεθεί κατά των στασιαστών. Πράγματι, ο ρώσος ναύαρχος απέκλεισε το ναύσταθμο και προ του κινδύνου να συλληφθεί ο Μιαούλης ανατίναξε τη φρεγάτα Ελλάς και την κορβέτα Ύδρα (τα δύο πιο αξιόπλοα πλοία του ελληνικού στόλου) και διέφυγε στην Ύδρα. Η αντίδραση κατά του Κυβερνήτη διογκωνόταν.


Η στάση στη Μάνη

Οι Μανιάτες ακολούθησαν, αρνούνταν να πληρώσουν τους φόρους προς την κεντρική εξουσία και στασίασαν με τη σειρά τους.

Τον Απρίλιο του 1830 ο Ιωάννης (Κατσής) Μαυρομιχάλης συγκρότησε «επαναστατική κυβέρνηση» στην Τσίμοβα-Αρεόπολη, έδιωξε τους κυβερνητικούς υπαλλήλους, άρπαξε τις προσόδους του τελωνείου και έστειλε φίλους του στη Μονεμβάσια και το Έλος Λακωνίας, όπου λεηλάτησαν τους κατοίκους.

Ομως οι προτροπές δεν παρέσυραν τους προκρίτους των χωριών, που πρότειναν στον Καποδίστρια να αντιμετωπίσουν τους «αρχηγούς» του κινήματος δια των όπλων.

 

Ο Καποδίστριας «αποφεύγων τον εμφύλιον πόλεμον» για να επικρατήσει ηρεμία δεν άφησε να απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του Ιωάννη Μαυρομιχάλη. Επιμελώς απέφευγε τη σύγκρουση με τους Μαυρομιχαλαίους.

Σε επιστολή του στο στρατηγό Σνάϊντερ γράφει: «…απέρριψα και εμμενώς απορρίπτω τούτο …μη θέλων ουδ’ οπωσούν να παραδεχθώ χαλεπά πολιτεύματα εξ’ ων το Έθνος ηδύνατο οποτεδήποτε να πάθη ολέθρια.» Η συμπεριφορά του όμως άλλαξε...

Η εμφάνιση στα λιμάνια της Μάνης μοίρας του Ρωσικού στόλου και οι ραδιουργίες των Άγγλων και των Γάλλων περιέπλεξαν την κατάσταση και όξυναν τις αντικυβερνητικές εκδηλώσεις, που υποκινούνταν από τους Μαυρομιχαλαίους.

Ο Πετρόμπεης εκλεγμένος γερουσιαστής βρισκόταν στο Ναύπλιο, φαινόταν αμέτοχος και νομοταγής και απέδιδε τα γεγονότα στην οικονομική εξαθλίωση των κατοίκων και στις κακές συμπεριφορές των κυβερνητικών οργάνων.

Ο Καποδίστριας συν τω χρόνω γινόταν όλο και πιο ευερέθιστος και δύσπιστος έναντι όλων. Δεν είχε την απαραίτητη αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία, με συνέπεια την αδικαιολόγητη όξυνση των προσωπικών παθών...


Πως συνελήφθη ο Πετρόμπεης - Ο ρόλος του Κανάρη που εξόργισε τον Καποδίστρια

Ο σκληρός τρόπος συμπεριφοράς του Καποδίστρια κατά του γηραιού (τότε ήταν 66 ετών) Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Ο Καποδίστριας διέταξε τη σύλληψή του και εγκλεισμό του στη φυλακή!!!

Ο Πετρόμπεης ζούσε στο Ναύπλιο, ζήτησε από τον Καποδίστρια να πάει στη Μάνη να ηρεμήσει τους συντοπίτες του και δεν τον άφησε. Να σημειώσουμε ότι τους Μαυρομιχαλαίους που ζούσαν στο Ναύπλιο, τους παρακολουθούσε η Αστυνομία. Ο Τζανής Μαυρομιχάλης και ο γιος του, Κατσάκος, ήταν φυλακισμένοι.

Ο Πετρόμπεης πήγε τελικά στη Μάνη. Ο Καποδίστριας έστειλε τον Κανάρη να ηρεμήσει τους Μανιάτες. Ο Ψαριανός μπουρλοτιέρης ζήτησε να μιλήσει με τους Μαυρομιχαλαίους. Αν και αυτοί δεν ήθελαν επαφές με τους κυβερνητικούς, εμπιστευόμενοι τον Κανάρη δέχτηκαν να μιλήσουν μαζί του. Έτσι ο Πετρόμπεης κι ο αδελφός του, Κωνσταντής, ανέβηκαν στο καράβι του Κανάρη. Ξαφνικά, το καράβι σήκωσε άγκυρα για το Ναύπλιο.

 

Εκεί, ο Πετρόμπεης φυλακίστηκε στο Ιτς Καλέ ως «ένοχος εσχάτης προδοσίας», ενώ ο Κωνσταντής, ως λιποτάκτης, τέθηκε υπό «αστυνομική επιτήρηση».

Ο Κανάρης με εντολή να συλλάβει τους Μαυρομιχαλαίους, το έκανε όμως με δόλιο τρόπο. Μόλις έμαθε τα γεγονότα, ο Καποδίστριας εξοργίστηκε: 

«Η πράξη αυτή του Κανάρη είναι άτιμη! Μ΄ αυτά τα λάθη τους, τα δημόσια όργανα θα μου φέρουν κανένα διάβολο στο κεφάλι».

Οι αντιδράσεις εναντίον του, από συγκεκριμένες πλευρές, αρχίζουν να γίνονται ανεξέλεγκτες.

Τον αδελφό του Κωνσταντίνο και τον υιό του Γεώργιο τους κρατούσε στο Ναύπλιο -πρωτεύουσα του ύ κράτους, γεγονός που εξέθρεψε το μίσος από την πλευρά των Μαυρομιχαλαιων...

Μεγάλες αντιδράσεις υπήρχαν από τους Μανιάτες, που ξεσηκώθηκαν και απειλούσαν ότι θα κινηθούν κατά του Καποδίστρια.

 

Επικεφαλής των 5.000 Μανιατών ήταν ο Κωνσταντής Μαυρομιχάλης. Λέγεται ότι είχαν σημαίες με ζωγραφισμένους πάνω τους τον Λυκούργο και τον Λεωνίδα και ζητούσαν «Ελευθεροτυπία και Σύνταγμα».

Η δραστηριότητα της αντιπολίτευσης, που κατευθυνόταν από την Ύδρα, κυρίως μέσω της εφημερίδας «Απόλλων», του Πολυζωΐδη, στις αρχές του 1831 κορυφώθηκε: Αντικυβερνητικές εξεγέρσεις στη Μάνη και την Ανατολική Στερεά, ενώ υδραίϊκα πλοία, παρακινούσαν τα κυκλαδονήσια σε αποστασία. Ο Καποδίστριας κατόρθωσε να καταστείλει τις περισσότερες από αυτές, αλλά στις αρχές Αυγούστου, οι Υδραίοι έπεισαν τον Μιαούλη να καταλάβει τα πολεμικά πλοία στο ναύσταθμο του Πόρου. Ο Καποδίστριας, ζήτησε βοήθεια από τις ναυτικές μοίρες των συμμάχων, μόνο όμως ο Ρώσος Ρικόρντ ανταποκρίθηκε.

Ο Μιαούλης, στις 13/8/1831, ανατίναξε τα δύο μεγαλύτερα πλοία του πολεμικού στόλου. Το χάσμα πλέον ανάμεσα στον Καποδίστρια και τους αντιπάλους του, ήταν αγεφύρωτο.

 

Επίσης, πολλές αντιδράσεις προκαλούσαν με τις ενέργειές τους ο αδελφός του, Βιάρος και ο νομικός, Ιωάννης Γεννατάς. Υπήρξε σύγκρουση των δύο με τους Κλωνάρη και Σούτσο, κατά τη σύνταξη της ποινικής νομοθεσίας, ενώ ο τρόπος που χειρίστηκε ο Βιάρος Καποδίστριας ως υγειονομικός επίτροπος την πανώλη που παρουσιάστηκε στην Ύδρα το 1828 (Μάιος), έκανε τους νησιώτες εχθρούς του Κυβερνήτη.

Λίγο αργότερα, δημιουργήθηκαν τα πρώτα κόμματα. Το ρωσόφιλο, οι οπαδοί του οποίου ονομάζονταν Ναπαίοι (από κάποιον Νάπα, Ναυπλιώτη φανατικό ρωσόφιλο), ενώ ειρωνικά κι ο ίδιος ο Καποδίστριας λεγόταν Νάπας, το αγγλόφιλο, οι οπαδοί του οποίου ονομάζονταν Μπαρλαίοι (από τον Βασίλη Μπάρλα, φανατικό οπαδό και κάποτε πληρεξούσιο του Μαυροκορδάτου) και το γαλλικό, με τους μοσχόμαγκες (από την τάπια, το οχύρωμα, του Μόσχου, όπου σύχναζαν οι... αλάνηδες του Ναυπλίου).

Ακόμα κι ο Αδαμάντιος Κοραής, φανατικός υπέρμαχος του Καποδίστρια αρχικά, έγινε πολέμιός του. Έγραψε χαρακτηριστικά: «Η Ελλάς δεν ανέστη, τάφον μόνον ήλλαξε και από νεκροθάπτην Τούρκον επέρασεν εις Έλληνα!»

Η επιλογή ως βασιλιά της Ελλάδας του πρίγκιπα του Σαξ Κάμπουργκ Λεοπόλδου από τις Μεγάλες Δυνάμεις, «σκόνταψε» στον Καποδίστρια, που απ΄ ό,τι φαίνεται δυσανασχέτησε με το ότι δεν θα έμενε ούτε για εφτά χρόνια στην ηγεσία του ελληνικού κράτους. Αυτό προκάλεσε νέες αντιδράσεις, ενώ εκφράσεις όπως «τύραννος» άρχισαν να ακούγονται όλο και πιο συχνά.

 

Η συνάντηση Καποδίστρια - Πετρόμπεη με τη μεσολάβιση του ναύαρχου Ρίκορντ

Στις καταθέσεις στο Αρχείο Κερκύρας ριχνεται φως σε λεπτομέρειες της όλης ιστορίας. Yπάρχει εκτενής αναφορά και ανάλυση όσων γράφει στο βιβλίο του ο Κωνσταντίνος Μπαζιλί, Ρώσος διπλωμάτης ελληνικής καταγωγής από την Κωνσταντινούπολη με τίτλο: «Ένας Ρώσσος στην Ελλάδα του Καποδίστρια».

Ο Μπαζιλί, που με μεσολάβηση του Καποδίστρια έγινε υπασπιστής και «εξ απορρήτων» του Ρώσσου Ναυάρχου Ρίκορντ, διέκειτο εχθρικώς έναντι της οικογενείας Μαυρομιχάλη. Δεδομένο ότι δεν θα έγραφε ευνοϊκά για τους Μαυρομιχαλαίους. Σε όσα αναφέρει όμως, διαλύει πολλούς μύθους που είχαν καλλιεργηθεί, σχετικά με την στάση των Μανιατών. Άλλωστε ότι ο Πετρόμπεης ήτο εξ εκείνων που ικέτευσαν τον Καποδίστρια να εγκαταλείψει την Αυλή του Τσάρου και να αναλάβει την διακυβέρνηση της Ελλάδος, (ενετοπίσθη και άγνωστη, κωδικοποιημένη αλληλογραφία τους, από το 1818 ήδη, μέσω διπλωματικών σάκων). Οι Μανιάτες δεν είχαν κάτι εναντίον του Κυβερνήτη.

Ζητούσαν να απαλλαγούν «από τον ύπουλο και διαβολέα Κορνήλιο», πρώην υπάλληλο των Μαυρομιχαλαίων, τον οποίον οι ολέθριοι «σύμβουλοι» του Καποδίστρια (Αυγουστίνος - Βιάρρος - Γεννατάς) είχαν τοποθετήσει Διοικητή Μάνης.

Αξίωναν επίσης την αποφυλάκιση του Πετρόμπεη, που εκρατείτο στο Φρούριο από τους συνωμότες «συμβούλους» που τον διέβαλαν συνεχώς στον Κυβερνήτη.

Ο Κ.Μ. Μπαζίλι γράφει ότι την 26η Σεπτεμβρίου, «τα πάντα είχαν ειρηνεύσει στην Ελλάδα», γεγονός που σημαίνει ότι οι Μανιάτες, έχοντας πληροφορηθεί ότι ο Καποδίστριας υπεσχέθη ότι ο Μαυρομιχάλης «θα ελευθερωθεί σε πέντε-έξι ημέρες» είχαν σταματήσει κάθε κίνησή τους. Άλλωστε, η συνάντηση Καποδίστρια - Μαυρομιχάλη (με πρωτοβουλία Ρίκορντ) κατά την οποία εδόθη η υπόσχεση αποφυλακίσεως, επραγματοποιήθη την 22α Σεπτεμβρίου, πέντε δηλαδή ημέρες προ της δολοφονίας του Κυβερνήτου· τα ευχάριστα νέα (και όχι απογοητευτικά όπως διατείνονται οιι ίδιοι αυτοί «ιστορικοί») είχε ανακοινώσει στους συγγενείς του ο ίδιος ο Πετρόμπεης.

Την συνάντηση επιβεβαιώνει και ο Γεώργιος Σταύρος Τερζής (Ράπτης στο επάγγελμα), έμενε στο ίδιο «συγκρότημα» κατοικιών με τους Μαυρομιχαλαίους. Αναφέρει ότι όντως η συνάντηση Καποδίστρια - Πετρόμπεη έγινε στις 22/9/1831 και ο Μαυρομιχάλης, απαντώντας στην ερώτηση των δικών του, τους είπε: «Μην ανησυχείτε, διότι σε 5-6 μέρες θα είμαστε μαζί».

Συνεπώς κανένα λόγο είχαν πλέον οι Μαυρομιχαλαίοι να προβούν στο έγκλημα. Κατά τον Κασομούλη, ότι ο Καποδίστριας ετέλει εν πλάνη σχετικώς με τους Μανιάτες οι οποίοι, δήθεν, όπως ψευδώς είχε αναφέρει ο Κορνήλιος, είχαν «στασιάσει» (λόγος για τον οποίο εκρατούντο υπό περιορισμό στο Ναύπλιον ο γιος και ο αδελφός του Πετρόμπεη, Γεώργιος και Κωνσταντίνος αντιστοίχως) και μαθών την αλήθειαν, υπεσχέθη την αποφυκάκιση του Πετρόμπεη, ο οποίος εκρατείτο σε ανεμόμυλον του «Ιτς-Καλέ», ως ένοχος «εσχάτης προδοσίας», με δόλιες ενέργειες και αποφάσεις των ιδίων «ολέθριων συμβούλων» του Καποδίστρια.



Τα νέα στοιχεία για την δολοφονία Καποδίστρια:

Οι Μαυρομιχαλαίοι δεν ήταν οι δολοφόνοι – Τα μυστηριώδη πρόσωπα

Τα νέα στοιχεία της μακροχρόνιας έρευνας του Δ. Κοκκινάκη (Συγγραφέας του βιβλίου «Αθωοι του αίματος τούτου –εκδ 2007), ιδιαίτερα εκείνα που αφορούν τη μέρα της δολοφονίας, είναι άκρως ενδιαφέροντα.

Το μοιραίο πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, οι Μαυρομιχαλαίοι -που ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ διέμεναν στο Ναύπλιο-, φόρεσαν βαριές και λαμπρές φορεσιές. Κάποιος που έχει σκοπό να διαπράξει μια δολοφονία, σίγουρα δεν φορά ρούχα που εμποδίζουν τις κινήσεις του. Παράλληλα, ο Γεώργιος, ο οποίος 15 μέρες νωρίτερα είχε φέρει την έγκυο σύζυγό του και την ανήλικη κόρη του στο Ναύπλιο, επέτρεψε στη γυναίκα του να μεταβεί στην εκκλησία για να παρακολουθήσει τη Θεία Λειτουργία. Αν είχε σκοπό να δολοφονήσει τον Κυβερνήτη, σίγουρα δεν θα έκανε κάτι τέτοιο.

Εκείνο το πρωινό, ο μονόχειρας Κοζώνης (ο οποίος ήταν ο καλύτερος …μπιλιαρδιστής στην Ελλάδα, όπως γράφει στο βιβλίο του «ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ», ο Κωνσταντίνος Β. Κωνσταντάρας), ζήτησε να συνοδεύσει αυτός τον Κυβερνήτη καθώς κάποιος άλλος σωματοφύλακας είχε αρρωστήσει. Ο Κοζώνης, στην κατάθεσή του, είπε ότι στην Πλατεία Αναβρυτηρίου, μέσα στο σκοτάδι, συνάντησαν τους Μαυρομιχαλαίους. Εκείνοι χαιρέτησαν με σεβασμό τον Κυβερνήτη κι αυτός ανταπέδωσε τον χαιρετισμό.

Το ερώτημα εύλογο: Γιατί οι Μαυρομιχαλαίοι δεν σκότωσαν εκεί τον Καποδίστρια. Θα ήταν σαφώς πιο εύκολο και, πιθανότατα θα μπορούσαν εύκολα να ξεφύγουν...

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρουσιάζει η εκτενής αναφορά στα πρόσωπα που βρίσκονταν μέσα και έξω από τον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Ο δρόμος μπροστά από την εκκλησία, είναι στενός και δεν μπορούσαν να βρίσκονται κοντά στον Καποδίστρια πολλά άτομα. Αλλά και μέσα στην εκκλησία, καθώς ήταν πολύ πρωί, βρίσκονταν μόνο λίγα, κυρίως ηλικιωμένα άτομα.

Όταν έφτασε ο Καποδίστριας κοντά στην είσοδο της εκκλησίας, γύρω του, κατά τον Δ. Κοκκινάκη βρίσκονταν ακόμα οι: Γεώργιος και Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, οι οποίοι, λόγω του ότι ήταν «αρέστο» (υπό κράτηση), όπως είπε ο Γεώργιος στον επίτροπο του ναού Σωτήριο Μητρόπουλο, δεν μπορούσαν να μπουν σ’ αυτόν.

Ο σωματοφύλακας Κοζώνης (ή Κοκκώνης), ο στρατιώτης Λεωνίδας (ή Λέων ή Λεωνίδης), 40 ετών, συνοδός - σωματοφύλακας του Κυβερνήτη, οι στρατιώτες Γεωργίου και Καραγιάννης, «φύλακες» των Μαυρομιχαλαίων, ο εκκλησιάρχης Γούτος, δύο «ξηρακιανοί νέοι», όπως γράφει ο Δ. Κοκκινάκης και ένας ζητιάνος (ο οποίος ίσως ταυτίζεται με τον ένα από τους δύο ξηρακιανούς νέους). Επίσης, υπήρχαν δύο ξένοι περιηγητές (πιθανότατα ένας Σκωτσέζος κι ένας Ουαλός), οι οποίοι μάλιστα κατέθεσαν ως μάρτυρες κατά την ανάκριση. Οι καταθέσεις τους έχουν χαθεί.

Απορία: Τι γύρευαν «δύο ξένοι περιηγητές»’, ένα πρωινό Κυριακής (γύρω στις 6 π.μ. μάλιστα), σε μια εκκλησία της, τότε, ελληνικής πρωτεύουσας;


Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης - Η στιγμή της δολοφονίας του Καποδίστρια

Παραρίθεται η εκδοχή του Δ. Κοκκινάκη διαφέρει απ’ όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα -από καταθεσεις μαρτύρων – όσες υπάρχουν- άλλες όπως προαναφερθηκε, «έχουν χαθεί»...

Κάποιος απ’ όσους αναφέρθηκαν, έκανε κίνηση για να πιάσει την πιστόλα του.

Βλέποντας αυτή την κίνηση, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης έκανε ένα άλμα προς τα πίσω (κατάθεση μάρτυρα Βαλτινού) και πυροβόλησε τον «υποψήφιο δολοφόνο» (Κοζώνη ή κάποιον άλλο). Αστόχησε όμως και η σφαίρα καρφώθηκε δίπλα από την είσοδο του ιερού ναού.

Ο Καποδίστριας αιφνιδιάσθηκε από το άλμα του Κωνσταντίνου και το άκουσμα του πρώτου πυροβολισμού, και έστρεψε το κεφάλι του δεξιά και πίσω. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή πυροβολήθηκε εξ επαφής στο πίσω μέρος του ινιακού οστού, λίγο πάνω από το δεξί αυτί, από τον «ξηρακιανό νέο» ή από τον Κοζώνη. Ο τελευταίος είτε πυροβόλησε είτε όχι, πιθανότατα ήταν μυημένος στη συνομωσία, δεδομένου πως δεν κατονόμασε αυτόν που πυροβόλησε, αφήνοντας να εννοηθεί πως ήταν ο Κωνσταντίνος, τον οποίον δεν είδε να πυροβολεί αλλά τον άκουσε (!).

Ο δολοφόνος του Καποδίστρια (αν δεν ήταν ο Κοζώνης), μπήκε ανάμεσα στους σωματοφύλακές του και τον ίδιο και πυροβόλησε τον Κυβερνήτη στο ινίο: «…Επί της κατ’ ινίον χώρας μάλλον προς τα δεξιά παρά προς τα αριστερά, τραύμα στρογγυλόν, εισδυτικόν, πλατύ και μακρόν, επτά μέχρι οχτώ εκατοστόμετρων, κατενεχθέν δια πυροβόλου όπλου…).
(Πόρισμα του γιατρού Σ. Καρβελά, το οποίο όμως δεν ανακοινώθηκε. Αντί γι’ αυτό, δημοσιεύθηκε άλλο, χωρίς ιατρικές υπογραφές).

Ταυτόχρονα, ο «ζητιάνος» που βρισκόταν στην άλλη πλευρά της θύρας του ναού, κτύπησε τον Καποδίστρια με ένα μαχαίρι μήκους μεγαλύτερου του ενός ποδός (33 εκ.) και πλάτους 8-9 εκ. Με βάση το μήκος της πύλης εισόδου του μαχαιριού στο σώμα του κυβερνήτη και το σύνηθες ιχθυοειδές σχήμα των μαχαιριών, υπολογίζεται πως πρόκειται για μάχαιρα μήκους 40-45 εκ. Το όπλο αυτό δε βρέθηκε ποτέ (το αποδιδόμενο στον Γεώργιο μαχαιρίδιο δε θα μπορούσε να προκαλέσει τόσο μεγάλο τραύμα).

Ο στρατιώτης Καραγιάννης πυροβόλησε τον ευρισκόμενο πλέον πολύ κοντά του (στην αρχή του ανηφορικού μονοπατιού) Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη στην κοιλιά, ο οποίος προσπάθησε τραυματισμένος να τρέξει στο ανηφορικό δρομάκι. Ο υπαξιωματικός Βούλγαρης, ευρισκόμενος συμπτωματικά ένστολος και ένοπλος μέσα στην εκκλησία (η μονάδα του βρισκόταν στον Πλάτανο, 200 μέτρα από την εκκλησία), καταδίωξε τον τραυματισμένο Κωνσταντίνο, (ο οποίος αν και είχε ακόμη μία πιστόλα γεμάτη, δεν αμύνθηκε!), τον πρόφθασε και τον λόγχισε. Σχεδόν αμέσως κατέφθασαν ακόμη έξι στρατιώτες, υπό τον Μομ(ν)φεράτο, (πως άραγε κατάφεραν να φθάσουν τόσο γρήγορα από τον Πλάτανο, αν κάποιος δεν τους είχε ειδοποιήσει από πριν;) και συνέχισαν να κτυπούν τον Κωνσταντίνο, ο οποίος τελικά και πυροβολήθηκε στο κεφάλι από τον στρατηγό Φωτομάρα (δήθεν για να τον γλύτωσει από το μαρτύριό του).

Ο Γεώργιος διαπιστώνοντας την εμπλοκή του θείου του στο συμβάν, και χωρίς να έχει καταλάβει στην πραγματικότητα τι συνέβη, διέφυγε τρέχοντας, καταδιωκόμενος από δύο στρατιώτες, προς την κατοικία του Στρατιωτικού Διοικητή Ναυπλίου, στρατηγού Γεράρδου, θεωρώντας ότι εκεί θα ήταν ασφαλής. Μετά από πολλές απόπειρες να εισέλθει σε κάποιο σπίτι, ανακάλυψε (κατά περίεργο τρόπο, αφού ήταν πολύ νωρίς το πρωί) την πόρτα του σπιτιού του ταγματάρχη Βαλλιάνου ανοικτή, στο οποίο και εισήλθε. Ακολουθώντας τον Βαλλιάνο, από μια πορτούλα του κήπου πέρασε στην κατοικία του Γάλλου αντιπρέσβη Ρουάν, δηλώνοντας αθώος και ζητώντας να τον παραδώσουν στη νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας (δεν ζήτησε άσυλο, όπως υποστηρίζουν πολλοί ιστορικοί). Εκτελέστηκε στις 10 Οκτωβρίου...


Οι καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων

Υπάρχουν κάποιες πραγματικά εντυπωσιακές καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων, που δίνουν μια άλλη τροπή στην υπόθεση της δολοφονίας.

Ο 23χρονος επιλοχίας Δημήτριος Μεσηνέζης, συναντήθηκε με τρεις περίεργους φουστανελοφόρους κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα, μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη. «ήτο ο μόνος που πιθανότατα είδε τους πραγματικούς δολοφόνους φεύγοντας από τον τόπο του φονικού», γράφει χαρακτηριστικά ο Δ. Κοκκινάκης.

Ο ένας επίτροπος του Αγίου Σπυρίδωνα Σωτήριος Μητρόπουλος, δεν κατέθεσε τίποτα σε βάρος των Μαυρομιχαλαίων. Ο άλλος επίτροπος, Πολύκαρπος Νικολάου, είδε να πυροβολεί τον Κυβερνήτη ο Γεώργιος (!) και κατέθεσε ότι ο Κωνσταντίνος πυροβόλησε στον τοίχο! Επίσης ανέφερε ότι είδε ένα «παιδί ξηρακιανό», για το οποίο όμως δεν γίνεται μνεία στη συνέχεια.

Ο 34χρονος Ιωάννης Σαράντου, που βρισκόταν κοντά στο παγκάρι, «χρέωσε» τον πρώτο πυροβολισμό σε κάποιον που φορούσε μαύρη κάπα. Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, φορούσε άσπρο μπουρνούζι…

Η κα Παρασκευούλα, που έμενε απέναντι από τον Άγιο Σπυρίδωνα, παρακολούθησε όλη τη σκηνή του φονικού και ήξερε πολύ καλά τους Μαυρομιχαλαίους κατέθεσε ότι: «Τον Καποδίστρια επυροβόλησαν δύο τους οποίους ΔΕΝ γνωρίζω».


Μερικές ακόμα λεπτομέρειες

Στο θανάσιμο τραύμα του Ιωάννη Καποδίστρια, βρέθηκαν 2,5 μπαλαρμάδες (ο μπαλαρμάς ήταν είδος βλήματος που χρησιμοποιούνταν παλιότερα και το οποίο αποτελούνταν από δύο σφαίρες οι οποίες συνδέονταν μεταξύ τους με σύρμα, ετυμ. < γαλλ. Balle ramee).

Τα όπλα του Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, ήταν γεμισμένα με πυριτοβολές, τυποποιημένα φισέκια δηλαδή, τα οποία δεν περιείχαν μπαλαρμάδες, αλλά βόλια (σφαίρες).

Ο αυτόπτης μάρτυρας Γεώργιος Μομ(ν)φεράτος, 22χρονος ανθυπολοχαγός τότε, είδε και περιγράφει την πληγή του Κωνσταντίνου και δήλωσε απερίφραστα πως ήταν πληγωμένος στην κοιλιά και όχι στην πλάτη (από πυροβολισμό του Κοζώνη).

Υπάρχουν πολλά ακόμη στοιχεία, σε σχέση κυρίως με τη δίκη του Γεώργιου Μαυρομιχάλη και τις «συναλλαγές» με τους Γεωργίου και Καραγιάννη.


Ο ρόλος της Αγγλίας και Γαλλίας στη δολοφονία Καποδίστρια

Πέραν των πιεστικότατων οικονομικών, κοινωνικών και διπλωματικών προβλημάτων, ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει δύο σημαντικά εμπόδια στην πολιτική του για την οικοδόμηση του νεοπαγούς ελλαδικού κράτους: πρώτον την εχθρότητα Γαλλίας και Αγγλίας, τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των οποίων στην Ανατολική Μεσόγειο κινδύνευαν από την προοπτική δημιουργίας ενός νέου και δυναμικού ναυτικού και εμπορικού κράτους έξω από τον έλεγχό τους ή, χειρότερα, υπό την επιρροή της Ρωσίας· δεύτερον, τους φατριασμούς και τα τοπικιστικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων, Φαναριωτών και πλοιοκτητών, οι οποίοι και επεδίωκαν διατήρηση των προνομίων και συμμετοχή στη νομή της εξουσίας. Εν τέλει ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων προετοίμασε το έδαφος και οδήγησε στην πολιτική και φυσική εξόντωση του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας στις 9 Οκτωβρίου 1831 (27 Σεπτεμβρίου 1831 με το Ιουλιανό ημερολόγιο).

Προκειμένου να διαχειρισθεί αποτελεσματικά την τραγική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του νέου κράτους, ο Καποδίστριας προέκρινε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας, ώστε να διατηρήσει άμεσα τον πολιτικό έλεγχο. Την αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια απάρτιζαν οι παραμερισμένοι από την εξουσία κοτζαμπάσηδες και πλοιοκτήτες. Ο συγκεντρωτισμός που επέδειξε ο Καποδίστριας παραμερίζοντας τις τοπικές αρχές και διορίζοντας σε θέσεις κλειδιά τα δύο αδέρφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο Καποδίστρια, τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τις προαναφερθείσες ομάδες συμφερόντων. Το κέντρο του αντικαποδιστριακού αγώνα έγινε η Ύδρα, έδρα των πλοιοκτητών και πιο συγκεκριμένα της οικογένειας Κουντουριώτη που είχε με το μέρος της τους αγωνιστές Μιαούλη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Κριεζήδες. Βασικός λόγος για την αντίδραση των Υδραίων πλοικτητών ήταν η απαίτηση τους για την «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις μεγάλες ζημιές και απώλειες των πλοίων τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναγνώριζοντας αμέσως το δίκαιο αίτημα, ο Κάποδίστριας υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιώνονταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε»

Οι Υδραίοι, όμως, απαιτούσαν την άμεση καταβολή αυτών των αποζημιώσεων, πράγμα που ήταν αδύνατον λόγω της οικτρής οικονομικής κατάστασης του κράτους. Στην Ύδρα, επιπλέον, κατέφυγαν ο ηγέτης του Αγγλικού κόμματος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και οι Σπυρίδων Τρικούπης, Αναστάσιος Πολυζωίδης και Αλέξανδρος Σούτσος, έχοντας την ηθική συμπαράσταση του φιλογάλλου Κοραή. Όργανο της αντιπολιτευτικής αυτής ομάδας ήταν η εφημερίδα Απόλλων του Πολυζωίδη.

Η Γαλλία και η Αγγλία, θεωρώντας τον Καποδίστρια ως φίλα προσκείμενο στη Ρωσία, ενθάρρυναν τους αντιπολιτευόμενους.

Την 14η Ιουλίου 1831, οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας. Αμέσως έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των τριών μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να διαπραγματευθούν. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αιφνιδιάζοντας τους εξεγερμένους τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι, ο αγγλικός, ο γαλλικός και ο ρωσικός στόλος είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών. Ο ελλιμενισμένος εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία πλέον του Μιαούλη ενώ μια μικρή μοίρα, υπό την αρχηγία του Κανάρη, δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες. Και ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος, κωλυσιεργώντας, έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις, ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, ήρθε σε προστριβές μαζί τους, τίναξε στον αέρα τη «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο και τελικά εξώθησε τον Μιαούλη στο «Μεγαλουργόν έγκλημα». Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε δύο από τα πιο σύγχρονα τότε πλοία του ελληνικού ναυτικού, την φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα».

Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, έγραφε πως οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς) την έκαυσαν δι ‘ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πλη­ροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας του Αιγαίου πελάγους…». Και πρόσθετε ότι στην ‘Υδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν… και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον…».


Ο ίδιος ο Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων εναντίον του.

«Στις 31 Ιουλίου 1831, σε επιστολή του ο Καποδίστριας προς τον Γάλλο ναύαρχο Λαλαντέ έγραφε: «Εγώ δε, και τις δολοπλοκίες όλων σας τις εγνώριζα, αλλά έκρινα ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να κόψω το νήμα της συνεργασίας μαζί σας, γιατί έδινα προτεραιότητα στην ανόρθωση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος. Αν έκοβα τις σχέσεις με τις λεγόμενες προστάτιδες Δυνάμεις, τούτο θα ήταν εις βάρος της Ελλάδος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να προσθέσω βάρος και στη συνείδησή μου. Και άφησα τα πράγματα να λαλήσουν μόνα τους…».

Δύο μήνες αργότερα έστειλε στον Έλληνα πρέσβη στο Παρίσι Αλέξανδρο Σούτσο επιστολή με την οποία του ζητούσε να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την ανάμιξη των Γάλλων στις αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την ανοιχτή σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους αντικυβερνητικούς, που ήταν μέλη του Αγγλικού και του Γαλλικού κόμματος.

Η δολοφονία του Καποδίστρια τελικά οργανώθηκε από τον Γάλλο πρέσβη Ρουάν και τον Βρετανό ομόλογό του Ντόκινς, που εκτελούσαν οδηγίες των κυβερνήσεών τους. Άλλωστε είχαν επιχειρήσει και προηγουμένως να σκοτώσουν τον Καποδίστρια, μέσω Μαυροκορδάτου! Ο Μαυροκορδάτος είχε τότε πληρώσει με 25.000 γρόσια τον καμαριέρη του Καποδίστρια, Νικολέτο, για να τον δηλητηριάσει. Αυτός όμως αν και αρχικά δέχτηκε, άλλαξε γνώμη και μάλιστα ενημέρωσε τον Καποδίστρια. Όταν η απόπειρα αυτή απέτυχε έσπασαν οι στάσεις σε Μάνη – με τη συνδρομή γαλλικών στρατευμάτων – και στην Ύδρα.».

«Ο αδελφός του Αυγουστίνος, ο οποίος, όταν τον έκαναν Κυβερνήτη μετά την δολοφονία τού αδελφού του, απαίτησε με Κυβερνητική απόφαση, να του επιστραφεί η περιουσία την οποία χάρισε στην Πατρίδα ο δολοφονηθείς, μαζί με τους μισθούς του, που αρνήθηκε να εισπράξει απο την πτωχή Ελλάδα. Και μέ το ψήφισμα ΙΖ΄ («Γενική Εφημερίς της 9-3-1832, σελίδες 110—11), ζητά να εισπράξει το τεράστιο ποσό των 846.334, 90 φοινίκων, «εντόκως και με ενέχειρο Ελληνικά κτήματα...», έδιδε δε το δικαίωμα στον εαυτό του και στ’ αδέλφια του. να καταπατά Ελληνική γη ως ιδιοκτησία του, δι’ «εξώφλησιν αυτής της...οφειλής τού Ελληνικού Κράτους απέναντί τους...!» }


Ο Ι. Καποδίστριας στην Ελλάδα - Το σημαντικό έργο του

Τον Απρίλιο του 1827, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, ύστερα από πρόταση των οπλαρχηγών της Επανάστασης, τον εξέλεξε προσωρινό κυβερνήτη της Ελλάδας για διάστημα 7 ετών, παρά τις αντιδράσεις των Φαναριωτών και των Υδραίων. Ο Καποδίστριας, πληροφορήθηκε την εκλογή του τον Μάιο στο Παρίσι. Επισκέφθηκε τον τσάρο Νικόλαο στην Πετρούπολη για να του ανακοινώσει την παραίτησή του από τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών. Ο τσάρος, του χορήγησε ισόβια τιμητική σύνταξη 60.000 φράγκων, την οποία όμως ο Καποδίστριας δεν δέχτηκε.

Επισκέφτηκε το Λονδίνο, με αρνητική απάντηση στο αίτημά του για οικονομική βοήθεια, καθώς πριν λίγες μέρες είχε πεθάνει ο φιλέλληνας πρωθυπουργός Τζορτζ Κάνιγκ, ενώ στο Παρίσι, έγινε δεκτός με μεγαλύτερη εγκαρδιότητα αλλά δεν πήρε συγκεκριμένη απάντηση στο αίτημά του για χορήγηση δανείου. Το Νοέμβριο του 1827, έφτασε στην Ανκόνα, όπου τον περίμενε το πλοίο που του είχε υποσχεθεί ότι θα έστελνε η βρετανική κυβέρνηση να τον μεταφέρει στην Ελλάδα. Εκεί πληροφορήθηκε και για την Ναυμαχία του Ναβαρίνου (20/10/1827). Οι άσχημες καιρικές συνθήκες, δεν επέτρεψαν στον Καποδίστρια να ξεκινήσει για την Ελλάδα πριν το τέλος του 1827.

Μόλις στις 6 Ιανουαρίου 1828, μετά από σύντομη επίσκεψη στην Μάλτα, έφτασε στο Ναύπλιο, ενώ πέντε μέρες αργότερα αποβιβάστηκε στην Αίγινα, την προσωρινή έδρα της «Αντικυβερνητικής Επιτροπής».

 

Η κατάσταση που είχε να αντιμετωπίσει ο Καποδίστριας, ήταν δραματική. Από στρατιωτικής πλευράς, η επανάσταση ψυχορραγούσε. Ολόκληρη η Πελοπόννησος, με εξαίρεση τη Μάνη και την Αργολίδα βρισκόταν στα χέρια του Ιμπραήμ και το μεγαλύτερο μέρος της Στερεάς Ελλάδας, το εξουσιάζει ο Κιουταχής. Ο τότε, υπουργός των Εσωτερικών και της Αστυνομίας Ανδρέας Λόντος, του είπε χαρακτηριστικά: «Έχουμε ακόμα και μερικά νησιά στο Αρχιπέλαγος (Αιγαίο), μα δεν έχουμε σχέσεις με τους νομάρχες. Τα εξουσιάζουν οι κουρσάροι». Τα οικονομικά του κράτους, βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Λέγεται ότι, στα δημόσια ταμεία, ο Καποδίστριας βρήκε ένα (1), μόνο νόμισμα. Ήταν παλιό, ισπανικό και ίσως μάλιστα και κάλπικο!

Υπήρχε πλήρης ανασφάλεια στην ξηρά και τη θάλασσα, πλήρης παράλυση στη δημόσια διοίκηση, την παιδεία και τη δικαιοσύνη ενώ στο υπουργείο εξωτερικών, το μόνο έγγραφο που μπόρεσε να φυλάξει στα αρχεία ο υπουργός Γλαράκης, ήταν το γράμμα των τριών ναυάρχων για τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου!

Ο Καποδίστριας κατάλαβε ότι μόνος του έπρεπε να αναλάβει το τιτάνιο έργο της ανασυγκρότησης. Οι προύχοντες και οι Φαναριώτες που κυβερνούσαν ως τότε την Ελλάδα, αντιμετωπίζονταν με δυσπιστία από τον λαό. Έτσι, αποφάσισε να ανακαλέσει προσωρινά το δημοκρατικό αλλά δυσεφάρμοστο Σύνταγμα της Τροιζήνας. Η Βουλή διαλύθηκε και στη θέση της ιδρύθηκε το «Πανελλήνιον», ένα συμβουλευτικό κυρίως σώμα, που το αποτελούσαν 27 μέλη. Καθώς όμως η εξουσία παρέμεινε ουσιαστικά στα χέρια του Καποδίστρια, τα πρόσωπα που ο ίδιος επέλεξε για το Συμβουλευτικό και τις άλλες διοικητικές θέσεις, άρχισαν να δυσφορούν. Κάποιοι μάλιστα παραιτήθηκαν. Άρχισαν έτσι να δημιουργούνται οι πρώτοι αντιπολιτευτικοί πυρήνες, που όμως είχαν μηδαμινή απήχηση στον λαό.

 

 

Η συγκρότηση του Ελληνικού κράτους

 

Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε ο Καποδίστριας, ήταν η ανασύνταξη του στρατού και του στόλου. 

Ανέθεσε στους Κανάρη και Μιαούλη να εξαλείψουν την πειρατεία στο Αιγαίο, που δυσφημούσε τον ελληνικό Αγώνα στο εξωτερικό. Οι δύο θρυλικοί ναυμάχοι τα κατάφεραν και αυτό το γεγονός, ανύψωσε το κύρος της χώρας μας διεθνώς.

Αποκαταστάθηκαν, σταδιακά, η ασφάλεια και η ευνομία στις πόλεις και στην ύπαιθρο, όπως και στις υπόλοιπες ελληνικές θάλασσες. Έπρεπε όμως να ανακαταληφθεί έγκαιρα η Στερεά Ελλάδα έτσι ώστε να δημιουργηθεί τετελεσμένο γεγονός όταν θα κρινόταν το θέμα των συνόρων της Ελλάδας από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Με προσωπικές ενέργειες, επαφές με Φιλέλληνες, ευφυείς διπλωματικούς χειρισμούς και χάρη στις σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες των ελληνικών δυνάμεων στη Στερεά Ελλάδα, ο Καποδίστριας πέτυχε από την απλή αυτονομία της Πελοποννήσου και λίγων νησιών, που προέβλεπε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου(1830), ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, αλλά με τα σύνορα στη γραμμή Αχελώου - Σπερχειού.

Επωφελούμενος και από την πλήρη νίκη των Ρώσων στον πόλεμό τους με την οθωμανική αυτοκρατορία και τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (14 Σεπτεμβρίου 1829), εξασφάλισε τη «μετάθεση» των συνόρων στη γραμμή Παγασητικού - Αμβρακικού Κόλπου, κάτι που έγινε αποδεκτό και από τους Οθωμανούς τον Ιούλιο το 1832. Σημαντικό ήταν το έργο του στους τομείς της παιδείας, της δικαιοσύνης, των δημοσίων έργων, της κτηνοτροφίας, του εμπορίου και της ναυτιλίας. Ακόμα και η ίδρυση βιομηχανιών ήταν στα σχέδια του, με βάση το σιδηρομετάλλευμα της Ερμιονίδας και τον ορυκτό άνθρακα της Εύβοιας. 

Η γεωργία ήταν μεγάλο στοίχημα για τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος πίστευε πολύ στην ανάπτυξή της. Ίδρυσε Πρότυπη Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα, παραχώρησε στους αγρότες οικονομικές και φορολογικές διευκολύνσεις, εισήγαγε νέες μεθόδους καλλιέργειας, σύγχρονα μηχανήματα και μετακάλεσε ειδικούς επιστήμονες. Έπρεπε όμως οι ακτήμονες καλλιεργητές να αποκτήσουν τη δική τους γη. Η διανομή της εθνικής γης, είχε όμως και πολιτικές προεκτάσεις. Ο Καποδίστριας σκόπευε να συνδέσει το δικαίωμα της ψήφου με το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δημιουργώντας μια ισχυρή τάξη μικροϊδιοκτητών καλλιεργητών που θα αποτελούσαν το στήριγμα της εξουσίας του. 

Υπήρχαν όμως αντιδράσεις αρχικά από τις ξένες δυνάμεις, καθώς η εθνική γη είχε υποθηκευτεί στο σύνολό της ως εγγύηση για τα «δάνεια της ανεξαρτησίας» (Λονδίνο 1824-1825). Επίσης, ο Καποδίστριας βρήκε απέναντι του τα οργανωμένα συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων που επεδίωκαν τον σφετερισμό των εθνικών κτημάτων για δικό τους όφελος.


Βλέπε: www.kapodistrias.info/eksoteriki-politiki-

Εχθρικές ενέργειες των Άγγλων εναντίον του Ιωάννη Καποδίστρια

http://www.kapodistrias.info/eksoteriki-politiki/exthrikes-energeies-ton-agglon-enantion-toy-kapodistria


Από ανάρτηση του Ηλία Χρηστέα στα ΜΚΔ


Οδός Εμπόρων