Τρίτη, 21 Απριλίου 2026
Έτσι έζησε και η Δώρα Γερουλάκου. Με αγάπη για το φως. Για το φως της γνώσης, για το φως της προσφοράς, για το φως της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, για το φως του πολιτισμού και της καλοσύνης. Και έτσι φεύγει, αφήνοντας πίσω της φως.
ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΛΟΓΟΣ για τη Δώρα (Τζούνα)
Γερουλάκου Με βαθιά θλίψη, με σεβασμό και με ειλικρινή
συγκίνηση στεκόμαστε σήμερα ενώπιον της μνήμης της Δώρας Γερουλάκου, της
αγαπημένης όλων μας Τζούνας, για να της απευθύνουμε τον ύστατο χαιρετισμό. Αποχαιρετούμε μια γυναίκα που δεν έζησε απλώς
μια μακρά ζωή, αλλά μια ζωή γεμάτη περιεχόμενο. Μια ζωή πλήρη ημερών, πλήρη
έργου, πλήρη αγάπης για τον άνθρωπο, για την επιστήμη, για την πόλη που την
αγκάλιασε και την οποία και εκείνη υπηρέτησε με όλες της τις δυνάμεις. Αποχαιρετούμε μια προσωπικότητα που συνδύασε
σπάνια χαρίσματα: επιστημονική αρτιότητα, εσωτερική καλλιέργεια, κοινωνική
ευθύνη, ανθρωπιά, σεμνότητα και εκείνη τη διακριτική δύναμη που δεν
επιβάλλεται, αλλά κερδίζει τον σεβασμό όλων. Η Δωροθέα, η Δώρα Κουμίδου, γεννήθηκε στην
Αθήνα το 1927. Ήταν κόρη του εμπόρου Μενέλαου Κουμίδου, με καταγωγή από την
Κύπρο και της φιλολόγου Λίζας, το γένος Ασκητοπούλου, που καταγόταν από την
Αθήνα. Από το οικογενειακό της περιβάλλον έλαβε από νωρίς πολύτιμα εφόδια: την
αγάπη για τη γνώση, τη σοβαρότητα απέναντι στη ζωή, την αίσθηση του καθήκοντος
αλλά και μια βαθύτερη πνευματική καλλιέργεια που έμελλε να τη συνοδεύει σε όλη
τη διαδρομή της. Ολοκλήρωσε τη βασική της εκπαίδευση στην Αθήνα και στη
συνέχεια ακολούθησε τον απαιτητικό δρόμο της ιατρικής επιστήμης, εγγραφόμενη
στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, από
όπου αποφοίτησε το 1952. Σήμερα ίσως αυτό να ακούγεται φυσικό. Όμως για
την εποχή εκείνη δεν ήταν καθόλου αυτονόητο. Η Ελλάδα των μεταπολεμικών χρόνων
ήταν μια κοινωνία όπου οι γυναίκες καλούνταν ακόμη, κατά κανόνα, να κινηθούν
μέσα σε αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους. Η παρουσία μιας γυναίκας στην ιατρική
προϋπέθετε όχι μόνο ευφυΐα και επιμέλεια αλλά και θάρρος, υπομονή και μεγάλη
εσωτερική δύναμη. Η Δώρα Γερουλάκου ανήκε σε εκείνη τη γενιά των γυναικών
γιατρών που δεν βρήκαν έτοιμο δρόμο μπροστά τους. Τον άνοιξαν. Με αθόρυβη
αποφασιστικότητα, χωρίς θόρυβο και χωρίς επίδειξη, απέδειξαν στην πράξη ότι η
επιστήμη δεν έχει φύλο, αλλά απαιτεί αφοσίωση, γνώση, αντοχή και ήθος. Και η Δώρα υπήρξε ακριβώς αυτό: μια γυναίκα
επιστήμων με υψηλή κατάρτιση, με αίσθημα ευθύνης και με βαθιά συναίσθηση του
λειτουργήματός της. Από την 1η
Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου του 1953 εκπαιδεύτηκε στην Αναισθησιολογία,
στο αναισθησιολογικό τμήμα του Λαϊκού Νοσοκομείου Αθηνών, υπό τη διεύθυνση της
Μαρίας Τούνια – Ιακωβίδου. Σε μια εποχή κατά την οποία η αναισθησιολογία στην
Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο, η επιλογή αυτής της εκπαίδευσης
αποκαλύπτει τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπιζε το ιατρικό της έργο και την
ετοιμότητά της να αναλάβει ευθύνες εκεί όπου υπήρχε πραγματική ανάγκη.
Παράλληλα, από τα τέλη του 1952 έως τις 28 Φεβρουαρίου 1955 ειδικεύτηκε στην
Ακτινολογία, στο ακτινοδιαγνωστικό εργαστήριο του Λαϊκού Νοσοκομείου υπό τη
διεύθυνση του Γεωργίου Κρέτσα, ενώ από την 1η Μαρτίου 1955 έως τις 30 Ιουνίου
1956 συνέχισε στο ακτινοθεραπευτικό τμήμα του ίδιου νοσοκομείου, υπό τη
διεύθυνση του Ισίδωρου Γούναρη. Ολοκλήρωσε την ειδίκευσή της στο ραδιολογικό
τμήμα του Αντικαρκινικού Ινστιτούτου «Ο Άγιος Σάββας» από την 1η Ιουλίου έως την
31η Δεκεμβρίου 1956 υπό τη διεύθυνση του Νικόλαου Μιχαλακόπουλου. Έτσι
διαμορφώθηκε μια γιατρός εξαιρετικά καλά καταρτισμένη, με στέρεη επιστημονική
συγκρότηση και διπλή πολύτιμη εμπειρία, τόσο στην ακτινολογία όσο και στην
αναισθησιολογία. Το 1955 παντρεύτηκε τον χειρουργό Κωνσταντίνο
Γερουλάκο. Ο γάμος τους υπήρξε ένωση ζωής, οικογένειας αλλά και κοινής
αποστολής. Στο τέλος του 1957, μετά την απόκτηση του τίτλου της ειδικότητάς της
ως Ακτινολόγου – Ραδιολόγου, εγκαταστάθηκαν μαζί στη Σπάρτη. Και εκεί άρχισε το
μεγάλο κεφάλαιο της προσφοράς της προς τη Λακωνία. Η Σπάρτη εκείνων των χρόνων
ήταν το διοικητικό, εμπορικό και πνευματικό κέντρο της Λακωνίας. Ήταν μια πόλη
που αναπτυσσόταν αλλά εξακολουθούσε να έχει μεγάλες ανάγκες σε ιατρικές
υποδομές και εξειδικευμένες υπηρεσίες. Στον τόπο αυτόν η Δώρα Γερουλάκου δεν
ήρθε απλώς ως σύζυγος ενός διακεκριμένου χειρουργού. Ήρθε ως επιστήμων με
αποστολή. Και η αποστολή αυτή υπήρξε πολυσχιδής, ουσιαστική και πρωτοποριακή. Η «Κλινική Γερουλάκου», στην οποία εργάστηκε
μαζί με τον σύζυγό της, κατέχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία της ιατρικής στη
Λακωνία. Δεν ήταν η πρώτη ιδιωτική κλινική της περιοχής, ήταν όμως η
μεγαλύτερη, η πληρέστερα οργανωμένη και η πλέον σύγχρονη. Είχε ιδρυθεί από τον
Δημήτριο Γερουλάκο, ιατρό χειρουργό – μαιευτήρα – γυναικολόγο και πραγματικό
πρωτοπόρο της εποχής του, έναν άνθρωπο με ευρύτητα ορίζοντα, διεθνείς σπουδές
και βαθιά πίστη στην πρόοδο της ιατρικής επιστήμης. Ο Δημήτριος Γερουλάκος είχε
σπουδάσει Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, είχε υπηρετήσει στο Πολεμικό Ναυτικό
ως αξιωματικός του θωρηκτού Αβέρωφ, είχε αποστρατευθεί με τον βαθμό του
πλωτάρχη και είχε κατορθώσει να χρηματοδοτήσει μεταπτυχιακές σπουδές στην
Αυστρία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με αυτό το εύρος γνώσης και οράματος δημιούργησε
την πρώτη του κλινική και κατόπιν τη δεύτερη, γνωστή πλέον ως «Κλινική
Γερουλάκου» επί της οδού Όθωνος Αμαλίας 93. Η δεύτερη αυτή κλινική οικοδομήθηκε
το 1938 από Αμερικανούς νοσοκομειολόγους αρχιτέκτονες και λειτούργησε ως γενική
χειρουργική κλινική. Το 1957 ολοκληρώθηκε η επέκτασή της, η οποία περιλάμβανε
γυναικολογικό τμήμα, ακτινολογικό τμήμα και τμήμα ΩΡΛ. Η κλινική λειτούργησε
έως το 1996 και αποτέλεσε για δεκαετίες σημείο αναφοράς όχι μόνο για τη Σπάρτη
αλλά για ολόκληρο τον νομό Λακωνίας. Η πορεία ενός τέτοιου ιδρύματος δεν
οικοδομείται μόνο με την επιστήμη αλλά και με αθόρυβη καθημερινή αυταπάρνηση.
Και αυτό το πνεύμα οικογενειακής προσφοράς χαρακτήριζε σε βάθος την ιστορία της
Κλινικής Γερουλάκου. Η Κλινική Γερουλάκου υπήρξε για πολλά χρόνια χώρος
ιατρικής πρωτοπορίας. Οι δύο αδελφοί, Κωνσταντίνος και Δημήτριος Γερουλάκος,
πραγματοποιούσαν όλων των ειδών τις χειρουργικές επεμβάσεις μέχρι την ίδρυση
του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Σπάρτης: ορθοπεδικές, ουρολογικές,
γυναικολογικές, θωρακοχειρουργικές, κρανιοεγκεφαλικές και γναθοπροσωπικές.
Αργότερα εντάχθηκαν στη χειρουργική ομάδα και οι έμπειροι χειρουργοί Δημήτρης
Καραγκιουλές και Πάνος Παπαδάκος. Ήταν ο πρώτος χώρος στη Λακωνία όπου
πραγματοποιούνταν μεταγγίσεις αίματος. Υπήρξε επίσης για ένα μεγάλο διάστημα
κατά την Κατοχή και τον Εμφύλιο το μοναδικό νοσηλευτικό ίδρυμα στον νομό. Και
ήταν το μόνο κτήριο στον νομό Λακωνίας που διέθετε γεννήτρια ηλεκτρικού
ρεύματος με αυτόματη μεταγωγή σε περίπτωση διακοπής από τη ΔΕΗ. Όλα αυτά δεν
αποτελούν απλώς τεχνικά ή ιστορικά στοιχεία. Αποκαλύπτουν το μέτρο της σημασίας
αυτού του ιδρύματος για τον τόπο. Μέσα σε αυτό το ίδρυμα η Δώρα Γερουλάκου
υπήρξε βασικός πυλώνας. Στην Κλινική οργάνωσε το ακτινολογικό εργαστήριο, το
οποίο εξυπηρετούσε όχι μόνο τους νοσηλευόμενους ασθενείς αλλά και μεγάλο αριθμό
εξωτερικών παραπεμπόμενων περιστατικών και επειγόντων. Το εργαστήριο ήταν
εξοπλισμένο με ακτινολογική μονάδα και τομογράφο του αμερικανικού
κατασκευαστικού οίκου Westinghouse μια
εξαιρετικά προηγμένη τεχνολογία για τα δεδομένα της εποχής. Ήταν η δεύτερη
μονάδα του συγκεκριμένου οίκου που εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, με πρώτη εκείνη
του ΙΚΑ Αθηνών. Όμως η
Δώρα Γερουλάκου δεν περιορίστηκε στην οργάνωση και λειτουργία του ακτινολογικού
τομέα. Χάρη στην εκπαίδευσή της στην αναισθησιολογία, ανέλαβε και ένα έργο
ιστορικής σημασίας για τη Λακωνία. Σε μια εποχή κατά την οποία στον νομό δεν
υπήρχε ειδικευμένος αναισθησιολόγος, εκείνη εφάρμοσε για πρώτη φορά γενική
αναισθησία και χορηγούσε αναισθησία στο χειρουργείο της Κλινικής Γερουλάκου
κατά τη δεκαετία 1958–1968. Το γεγονός αυτό δεν είναι μια απλή βιογραφική
λεπτομέρεια. Είναι τομή στην ιστορία της τοπικής ιατρικής. Γιατί πίσω από αυτή
την προσφορά κρύβεται η ασφάλεια των ασθενών, η δυνατότητα εκτέλεσης σοβαρών χειρουργικών
επεμβάσεων, η αντιμετώπιση περιστατικών που διαφορετικά θα έμεναν χωρίς
φροντίδα. Εκεί όπου υπήρχε έλλειψη, εκείνη στάθηκε παρούσα. Εκεί όπου δεν
υπήρχε ακόμη δομημένη ειδικότητα στην πράξη της περιφέρειας, εκείνη έφερε
γνώση, τεχνική επάρκεια, ψυχραιμία και ευθύνη. Ως το 1965 ασκούσε με ειδική άδεια και τις δύο
ειδικότητες, της αναισθησιολογίας και της ακτινολογίας. Πρόκειται για ένα
σπάνιο και εξαιρετικά απαιτητικό επίτευγμα που αποτυπώνει τόσο το μέγεθος της
προσωπικής της προσπάθειας όσο και το αίσθημα χρέους που τη διέκρινε. Από το
1968 και μέχρι τη συνταξιοδότησή της το 1994 ασκούσε αποκλειστικά την
ακτινολογία, συνεχίζοντας ακούραστα να προσφέρει τις υπηρεσίες της με την ίδια
σοβαρότητα και την ίδια αφοσίωση. Αξίζει ακόμη να τονιστεί ότι η τεχνογνωσία που
αποκτήθηκε στην Κλινική Γερουλάκου κληροδοτήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Σπάρτης.
Όταν το 1965 ο Κωνσταντίνος Γερουλάκος ανέλαβε την ίδρυση, την οργάνωση και τη
διεύθυνση της χειρουργικής κλινικής του νεοϊδρυθέντος νοσοκομείου μαζί με τον Χρήστο
Σταματάκο στην ΩΡΛ κλινική και τον Νίκο Τροχάτο στη μαιευτική – γυναικολογική,
μεταφέρθηκε στο νέο δημόσιο ίδρυμα πολύτιμη εμπειρία, γνώση και ήθος. Έτσι, το
έργο της Κλινικής και των ανθρώπων της δεν έσβησε αλλά μετασχηματίστηκε σε
παρακαταθήκη για τη δημόσια υγεία του τόπου. Και σε αυτή την παρακαταθήκη η
συμβολή της Δώρας Γερουλάκου υπήρξε ουσιώδης. Από τον γάμο της απέκτησε δύο τέκνα, τον
Γεώργιο και τον Μενέλαο. Ως μητέρα υπήρξε στήριγμα, παράδειγμα και πηγή αγάπης.
Και η ίδια η πορεία των παιδιών της αποτελεί αντανάκλαση των αξιών που τους
μετέδωσε. Ο Γεώργιος, ομότιμος πλέον Καθηγητής Αγγειοχειρουργικής στο ΕΚΠΑ
διέπρεψε στην ιατρική επιστήμη και τον ακαδημαϊκό χώρο στην Ελλάδα και το
Ηνωμένο Βασίλειο ακολουθώντας τη μεγάλη οικογενειακή παράδοση ενώ ο Μενέλαος
ακολούθησε τη δική του δημιουργική επαγγελματική πορεία ως ηλεκτρολόγος
μηχανικός με εξειδίκευση στο χώρο των αεροδρομίων και ελικοδρομίων. Σε αυτούς
αλλά και σε όλη την οικογένειά της, η Δώρα άφησε ως κληρονομιά όχι μόνο το
όνομά της αλλά κυρίως το ήθος της. Η προσφορά της όμως δεν περιορίστηκε στην
άσκηση της ιατρικής. Υπήρξε ενεργός πολίτης με αληθινή συναίσθηση της έννοιας
του κοινού καλού. Εξελέγη αιρετή πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Λακωνίας κατά
την περίοδο 1990 – 1993, αναλαμβάνοντας έναν θεσμικό ρόλο ευθύνης και
εκπροσώπησης του ιατρικού κόσμου του νομού. Υπήρξε μάλιστα η πρώτη γυναίκα που
ανέλαβε αυτή τη θέση. Και το γεγονός αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, αν
αναλογιστούμε ότι δεν καταγόταν από τη Λακωνία. Δεν ήταν Λάκαινα στην καταγωγή,
έγινε όμως Λάκαινα στην πράξη. Με το
έργο της, το ήθος της και τη βαθιά της σύνδεση με τον τόπο, κέρδισε την
εμπιστοσύνη και τον σεβασμό των συναδέλφων της
οι οποίοι της ανέθεσαν αυτή την υψηλή ευθύνη. Η εκλογή της δεν ήταν απλώς μια τιμητική
διάκριση. Ήταν αναγνώριση μιας πορείας ζωής. Ήταν επιβεβαίωση ότι η προσφορά, η
αξία και το ήθος υπερβαίνουν την καταγωγή και τα σύνορα. Και ήταν ταυτόχρονα
ένα ακόμη βήμα για την παρουσία των γυναικών σε θέσεις ευθύνης ένα παράδειγμα που άνοιξε δρόμο και για
άλλες. Παράλληλα ανέπτυξε σπουδαία πολιτιστική δράση.
Από το 1975 διετέλεσε μέλος του ΔΣ και Αντιπρόεδρος της Πνευματικής Εστίας
Σπάρτης, ενός πολιτιστικού σωματείου βραβευμένου από την Ακαδημία Αθηνών. Δεν
είναι μικρό πράγμα να συνδέει κανείς την επιστήμη με τον πολιτισμό, τη θεραπεία
του σώματος με την καλλιέργεια του πνεύματος. Η Δώρα Γερουλάκου εκπροσώπησε
ακριβώς αυτή τη σπάνια ενότητα: την πίστη ότι η κοινωνία προοδεύει όταν τιμά
και τη γνώση και την παιδεία και ότι η ανθρώπινη παρουσία δεν ολοκληρώνεται
μόνο με την επαγγελματική επιτυχία αλλά και με τη συμμετοχή στα κοινά, με την
προσφορά στον πολιτισμό, με την έγνοια για τον συνάνθρωπο. Μετά τη συνταξιοδότησή της, το 1994 δεν
αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή. Αντιθέτως, ανέλαβε Πρόεδρος του Γερουλακείου
Ιδρύματος Υποτροφιών. Το ίδρυμα αυτό, το οποίο δημιουργήθηκε μετά τον θάνατο
του Δημήτριου Γερουλάκου και είχε πρώτο πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Γερουλάκο,
χορηγεί υποτροφίες εξαετούς διάρκειας σε πρωτοετείς φοιτητές Ιατρικής
καταγόμενους από τη Λακωνία. Έτσι το όραμα της οικογένειας Γερουλάκου για την
ενίσχυση της σπουδάζουσας νεολαίας και για τη συνέχιση της ιατρικής παράδοσης
του τόπου βρήκε στη Δώρα μια άξια συνεχίστρια. Με αγάπη, ευσυνειδησία και ηθική
στήριξη προς τους υποτρόφους, δεν προσέφερε μόνο υλικά μέσα. Προσέφερε ελπίδα,
προσανατολισμό, ενθάρρυνση. Έδωσε στους νέους την αίσθηση ότι κάποιος πιστεύει
σε αυτούς και συνοδεύει το ξεκίνημά τους. Η Δώρα
Γερουλάκου, η Τζούνα, δεν ήταν μία απρόσωπη και θεσμική παρουσία. Ήταν ανθρώπινη, ζεστή, καθημερινή. Αγαπούσε
την πόλη και τους κατοίκους της. Ήταν εκεί για τους ασθενείς της. Ήταν εκεί για
την Εστία. Ήταν εκεί για τους υποτρόφους του Ιδρύματος. Ήταν εκεί για τους
ανθρώπους. Η Δώρα Γερουλάκου ανήκε σε μια γενιά ανθρώπων για τους οποίους η
επιστήμη δεν ήταν μέσο ατομικής προβολής αλλά τρόπος προσφοράς, για τους
οποίους το κύρος δεν ήταν τίτλος αλλά ευθύνη, για τους οποίους η κοινωνική
αναγνώριση δεν ήταν αυτοσκοπός αλλά φυσικό αποτέλεσμα μιας ζωής δοσμένης στους
άλλους. Γι’ αυτό και η μνήμη της θα παραμείνει τόσο ζωντανή, επειδή συνδέθηκε
με έργο πραγματικό, με ευγένεια χαρακτήρα, με συνέπεια βίου. Σήμερα, καθώς την
αποχαιρετούμε, αισθανόμαστε τον πόνο της απουσίας. Όμως αισθανόμαστε και κάτι
ακόμη: ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη για όσα προσέφερε. Για όσα οικοδόμησε. Για το
παράδειγμα που άφησε. Για το φως που μοίρασε γύρω της. Και ίσως κανένα κλείσιμο
δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα το αποτύπωμα της ζωής της από τους στίχους
του Νικηφόρου Βρεττάκου και που τόσο ταιριάζουν στη δική της διαδρομή: «Όταν μια μέρα φύγω από το φως, θα ’ναι γιατί
αγάπησα πολύ το φως και δεν χωρούσε άλλο μέσα μου. Θα πάρω τότε μαζί μου λίγο απ’ το φως που
αγάπησα για να φωτίζω τον δρόμο μου.» Έτσι έζησε και η Δώρα Γερουλάκου. Με αγάπη για
το φως. Για το φως της γνώσης, για το φως της προσφοράς, για το φως της
ανθρώπινης αξιοπρέπειας, για το φως του πολιτισμού και της καλοσύνης. Και έτσι
φεύγει, αφήνοντας πίσω της φως. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τη σκεπάσει. Ας
είναι παρηγοριά για τους δικούς της ανθρώπους η μεγάλη και άφθαρτη παρακαταθήκη
της. Και ας μείνει η μνήμη της ζωντανή, ευλογημένη και τιμημένη στις καρδιές
όλων μας. Καλό της ταξίδι στο φως. Αιωνία της η μνήμη.