Δευτέρα, 18 Μαίου 2026
Αποφασίστε, Σπαρτιάτες, πρώτα τι θέλετε να είστε… και μετά τι θέλετε να φυτέψετε. Γιατί σε αυτή την πόλη τίποτα δεν μπαίνει για να μείνει. Μπαίνει… μέχρι την επόμενη απόφαση ή τις επόμενες εκλογές
Μια μέρα, εκεί που οι κυβόλιθοι είχαν αρχίσει
να συνηθίζουν τη μοίρα τους και τα πλατάνια να ρίχνουν δειλά τη σκιά τους, ένας
ψίθυρος κατέβηκε τον δρόμο σαν κρύος αέρας. —Το μάθατε; είπε δυνατά ένας κυβόλιθος που
προεξείχε και πάντα κάτι ήξερε πριν τους άλλους. —Τι έγινε πάλι; —Λένε… κυκλοφορεί… θα φέρουν πίσω τους
φοίνικες. Σιωπή. Τα πλατάνια ανατρίχιασαν. —Μα… δεν ήμασταν εμείς η «σωστή επιλογή»;
«Σκιά, οξυγόνο, ευρωπαϊκή αισθητική», δεν έλεγαν; Ένας κυβόλιθος γέλασε πικρά: —Ναι, καλά… Αυτοί που ψήφισαν υπέρ και
πανηγύριζαν για τα πλατάνια, τώρα ξαναθυμήθηκαν και νοσταλγούν τους φοίνικες.
Σε αυτή την πόλη δεν φυτεύουν δέντρα. Φυτεύουν εντυπώσεις για να θερίζουν
ψήφους. Από πιο πέρα ακούστηκε φωνή: —Συγγνώμη… εμείς υπάρχουμε στη συζήτηση; Ήταν δυο φοίνικες. Ξεραμένοι, ξεχασμένοι. —Μας βγάλατε τους περισσότερους, άλλους μας
αφήσατε όρθιους και άρρωστους… και τώρα; Θα μας κόψετε για να φέρετε άλλους σαν
εμάς; Ένα πλατάνι γύρισε απορημένο: —Δηλαδή… υπάρχει περίπτωση να επιστρέψετε; —Τι να σου πω… Από λόγια χορτάσαμε.. Το
πολύ-πολύ να πεταχτούμε για καμιά guest εμφάνιση. Για μόνιμα ούτε λόγος. Ένα άλλο πλατάνι αγανάκτησε: —Καλά, δεν είχαν αποφασίσει να φύγουν οι
φοίνικες για να μπούμε εμείς; Τώρα θέλουν να φύγουμε εμείς για να μπουν πάλι
φοίνικες; Τι είναι αυτό; Δήμος ή γκαρνταρόμπα; Ένας μισοξερός φοίνικας χαμογέλασε: —Αχ, καημένοι… Εκλογές έρχονται σε δύο χρόνια.
Θα φυτεύονται κάθε φορά καινούριες ιδέες και προτάσεις. Οι κυβόλιθοι πετάχτηκαν: —Κι εμείς; Πάλι σκάψιμο; Και πού θα μας πάνε; —Στον αγύριστο, είπε ένας φοίνικας. Όπως κι
εμάς… Ένα πλατάνι ψιθύρισε: —Μα δεν έλεγαν πως ο δρόμος τα Χριστούγεννα
έγινε «σαν Παρίσι»; «Φαντασμαγορική η Παλαιολόγου», έγραφαν τα δελτία Τύπου του
Δήμου… και φωτογραφίζονταν όλοι δίπλα μας σαν κονιόρδοι. Ο φοίνικας ξέσπασε στα γέλια: —Τώρα με εμάς θα γίνει «σαν Μαϊάμι» και θα
κυκλοφορούν οι πολίτες με ακριβά αυτοκίνητα και retro γυαλιά ηλίου. Να υπάρχει
ποικιλία. Ένας κυβόλιθος πρόσθεσε ξερά: —Ευτυχώς τα ακριβά αυτοκίνητα έχουν καλά
αμορτισέρ. Θα τους χρειαστούν. —Ε, μπορούν να πάρουν και ποδήλατο… πετάχτηκε
μια γλωσσού νερατζιά. Τόσος μεγάλος ποδηλατόδρομος να μην πάει χαμένος… Τότε κοιτάχτηκαν όλοι μαζί και φώναξαν
αγανακτισμένα: —Αποφασίστε, Σπαρτιάτες, πρώτα τι θέλετε να
είστε… και μετά τι θέλετε να φυτέψετε. Γιατί σε αυτή την πόλη τίποτα δεν
μπαίνει για να μείνει. Μπαίνει… μέχρι την επόμενη απόφαση ή τις επόμενες
εκλογές. Και κάπου εκεί, ένας ξεχασμένος πασχαλινός
λαμπτήρας πάνω σε ένα πλατάνι άναψε για λίγο… και έσβησε. Και έτσι έκλεισε άλλη μια ιστορία «προόδου».
Με ρίζες που δεν πρόλαβαν ποτέ να ριζώσουν. Όπως όλες οι μεγάλες ιδέες και τα όνειρα αυτής
της πόλης. Γιώργος Κεραμιδάς