Vekrakos
Spartorama | «Η νεκρανάσταση της νοσταλγίας» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο

«Η νεκρανάσταση της νοσταλγίας» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο

Παναγιώτης Κουμουνδούρος 31/05/2026 Εκτύπωση Άρθρα Κοινωνία Παιδεία Πολιτική Φιλοσοφία
«Η νεκρανάσταση της νοσταλγίας» από τον Παναγιώτη Κουμουνδούρο
Ας το καταλάβουν καλά οι επίδοξοι σωτήρες, δεν γίνεται χωρίς συγκρούσεις. Δεν γίνεται χωρίς βαθιές, επώδυνες τομές στο σάπιο σώμα του ελληνικού καπιταλισμού και του κρατικοδίαιτου παρασιτισμού. Δεν γίνεται χωρίς τη δεδηλωμένη διάθεση να «σπάσουν αυγά». Αν φοβάσαι το τσόφλι, ομελέτα δεν τρως· τρως μόνο τα λόγια σου.

Η πολιτική ψυχολογία του σύγχρονου ψηφοφόρου χαρακτηρίζεται συχνά από μια μεταφυσική, σχεδόν ερωτική σχέση με το φάντασμα του παρελθόντος. Στον μέσο πολίτη αρέσει να τρομάζει, του αρέσει να ελπίζει, αλλά κυρίως του αρέσει να θυμάται τις περασμένες συλλογικές προσδοκίες όχι όπως ακριβώς τις έζησε, αλλά όπως θα ήθελε να τις έχει ζήσει.

Παρακολουθώ, λοιπόν, με εκείνη την απαραίτητη ειρωνική απόσταση που χαρίζει η γνώση της Ιστορίας, το νέο ψηφιακό και πολιτικό πανηγύρι γύρω από το λεγόμενο «νέο εγχείρημα» του Αλέξη Τσίπρα. Και δεν μπορώ να μη μειδιάσω βλέποντας τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους, με τα ίδια ακριβώς πληκτρολόγια, να εκκενώνουν τόνους ενθουσιασμού, λες και ανακάλυψαν ξανά το Άγιο Δισκοπότηρο της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Το φαινόμενο είναι ψυχαναλυτικά αξιοσημείωτο. Οι ίδιοι ακριβώς θαυμαστές που σήμερα ομνύουν στη μεγάλη επιστροφή του «ώριμου ηγέτη», είναι εκείνοι που πριν από λίγα φεγγάρια υποδέχονταν με ιαχές θριάμβου και μεσσιανική θέρμη τον Στέφανο Κασσελάκη. Τότε, ο μεσσίας φορούσε κολλητά πουκάμισα και μιλούσε αγγλικά με προφορά Γουόλ Στριτ σήμερα, ο μεσσίας επιστρέφει με το ένδυμα του σοφού διαχειριστή των εθνικών μας απογοητεύσεων. Και στις δύο περιπτώσεις, η ουσία παραμένει η ίδια, ο απόλυτος ευνουχισμός της προσωπικής και συλλογικής ευθύνης. Ο νεοέλληνας αριστερός –ή αυτός που φαντασιώνεται πως είναι τέτοιος– δεν ψάχνει πολιτικό πρόγραμμα, ψάχνει έναν πατέρα. Ή, έστω, έναν καλό ανάδοχο που θα αναλάβει να ξεπλύνει τις δικές του ενοχές για τη δική του αδράνεια.

Διότι, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά το σοκ των αλλεπάλληλων ηττών, επιχείρησε να ξανασταθεί στα πόδια του, να αρθρώσει έναν σοβαρό, οργανωμένο και συλλογικό λόγο επανεκκίνησης, όλοι αυτοί οι σημερινοί «ενθουσιώδεις» παρέμειναν επιδεικτικά αδρανείς. Αντιμετώπισαν κάθε αυθεντική προσπάθεια συλλογικής ανασυγκρότησης με μια βαθιά, κυνική απαξίωση. Προτίμησαν τον καναπέ τους και τα κοινωνικά δίκτυα, περιμένοντας τη νέα «μόδα». Και τώρα, μόλις φάνηκε στον ορίζοντα η σκιά του παλιού αρχηγού, τρέχουν να καλωσορίσουν τον νέο «φορέα ελπίδας». Πρόκειται για μια πολιτική εκδοχή του αιώνιου τουρίστα, που αλλάζει ξενοδοχεία αναζητώντας το καλύτερο all-inclusive, μόνο που εδώ το πακέτο περιλαμβάνει δωρεάν ιδεολογία και μηδενικό κόπο.

Το ερώτημα, φυσικά, δεν είναι αν θα πετύχει το εγχείρημα Τσίπρα, αλλά τι θα απογίνουν όλοι αυτοί οι όψιμοι οπαδοί αν οι δημοσκοπήσεις του επόμενου χειμώνα αποδειχθούν ψυχρές και ανήλιες. Θα αναζητήσουν, άραγε, μια ακόμη πολιτική στέγη; Θα ψάξουν για έναν νέο ή έναν αναπαλαιωμένο χώρο που θα τους κρατήσει απλώς κοντά στην πολιτική επιρροή, στην επικαιρότητα και –το κυριότερο– στην εκλογική επιβίωση; Η απάντηση είναι προφανής, ναι. Διότι ο καιροσκοπισμός στην Ελλάδα δεν είναι ιδεολογία, είναι βιολογική ανάγκη. Είναι η ανάγκη του πολιτικού παράσιτου να τρέφεται από τον εκάστοτε ξενιστή που υπόσχεται εξουσία ή, έστω, μια θέση στον ήλιο της δημοσιότητας.

Το κοινό στο οποίο απευθύνεται αυτή η νέα «κίνηση» είναι ένα εκλογικό σώμα κουρασμένο, βαθιά απογοητευμένο και, εν τέλει, εγκλωβισμένο σε πολιτικές νοσταλγίες. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν αναζητούν μια νέα, ρηξικελεύθηρη αφήγηση για το σήμερα και το αύριο. Αναζητούν, αντίθετα, την ανάμνηση μιας εποχής –εκεί γύρω στο 2015– όπου πίστεψαν, έστω και για λίγες εβδομάδες, ότι «κάτι μπορεί να αλλάξει». Ψάχνουν το χαμένο τους είδωλο στον καθρέφτη της Ιστορίας. Όμως η νοσταλγία, όσο ισχυρό πολιτικό συναίσθημα κι αν είναι, όσο κι αν συγκινεί τις καρδιές στις κομματικές συνάξεις, έχει ένα βασικό ελάττωμα, είναι στείρα. Δεν μπορεί να παράξει μέλλον. Παράγει μόνο επαναλήψεις, συνήθως υπό τη μορφή φάρσας, όπως θα έλεγε και ο γερο-Κάρολος Μαρξ.

Η σκληρή αλήθεια είναι πως η ελληνική κοινωνία φαίνεται να αναζητά κάτι εντελώς διαφορετικό. Ψάχνει κάτι πέρα από πρόσωπα και πολιτικές λογικές που έχουν ήδη δοκιμαστεί, ξεχειλώσει και αποτύχει οικτρά. Την ίδια στιγμή, όμως, το πραγματικά νέο δεν έχει ακόμη βρει τον τρόπο –ή τα κότσια– να εκφραστεί πολιτικά, κοινωνικά και οργανωτικά. Βρισκόμαστε σε εκείνη την κλασική μεσοβασιλεία του Αντόνιο Γκράμσι, όπου το παλιό πεθαίνει αλλά το νέο δεν μπορεί ακόμα να γεννηθεί. Και σε αυτό το σκοτεινό μεσοδιάστημα, εμφανίζονται τα τέρατα και οι διαχειριστές της απογοήτευσης.

Ας μην απατώμαστε. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν επιστρέφει σήμερα ως ο ορμητικός ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς της προηγούμενης δεκαετίας. Εκείνος ο Τσίπρας έχει πεθάνει και έχει ταφεί κάτω από όλα αυτά που δεν έκανε έξω από τις μνημονικές δεσμεύσεις. Επιστρέφει περισσότερο ως ένας έμπειρος διαχειριστής μιας ευρύτερης κοινωνικής απογοήτευσης. Το τραγικό, βέβαια, της υπόθεσης είναι ότι αυτή η απογοήτευση διαμορφώθηκε, σε μεγάλο βαθμό, και μέσα από τη δική του ιστορική και πολιτική διαδρομή. Είναι ο γιατρός που έρχεται να θεραπεύσει τη νόσο, την οποία ο ίδιος βοήθησε να καταστεί χρόνια.

Και κάπου εδώ εντοπίζεται το κεντρικό, το δομικό ερώτημα της πολιτικής του επανεμφάνισης. Ζητά εκ νέου την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, κρατώντας όμως ακόμα τα χαρτιά του ερμητικά κλειστά. Ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο αυτού του εγχειρήματος; Ποιες είναι οι συμμαχίες του; Ποια είναι η στρατηγική του κατεύθυνση; Κανείς δεν ξέρει. Παίζει μια πολιτική «κολοκυθιά» στις πλάτες ενός λαού που έχει χάσει τα αυγά και τα πασχάλια. Για κάθε σκεπτόμενο πολίτη, αυτή η μυστικοπάθεια, αυτή η τακτική του «βλέποντας και κάνοντας», δημιουργεί περισσότερο έντονο προβληματισμό παρά σαφή εικόνα για το τι πραγματικά επιδιώκει. Θέλει να σώσει την κεντροαριστερά ή θέλει απλώς να σώσει την υστεροφημία του;

Κάποτε η ελληνική Αριστερά –με όλα τα ελαττώματά της, τις διασπάσεις της και τις δογματικές της αγκυλώσεις– εξέφραζε μεγάλες κοινωνικές αφηγήσεις. Είχε συλλογικά οράματα, ιστορικές προσδοκίες, μιλούσε για την αλλαγή του κόσμου και το πίστευε. Σήμερα, καρικατούρα του εαυτού της, αναζητά απλώς έναν τρόπο να συνομιλήσει με μια κοινωνία που έχει γίνει πολύ πιο δύσπιστη, πολύ πιο κουρασμένη και, ευτυχώς, πολύ πιο απαιτητική απέναντι στην πολιτική απάτη. Η κοινωνία έπαθε και έμαθε· η Αριστερά, αντίθετα, φαίνεται να έπαθε αλλά να μην έμαθε τίποτα.

Δεν χρειαζόμαστε, λοιπόν, άλλες αντιγραφές παλαιότερων, αποτυχημένων πολιτικών μοντέλων. Δεν χρειαζόμαστε επιστροφές στο παρελθόν που βασίζονται αποκλειστικά στο φτηνό συναίσθημα και στη νοσταλγία για τα «περασμένα μεγαλεία». Το ερώτημα που τίθεται ενώπιόν μας είναι αμείλικτα απλό: αυτό που μας παρουσιάζεται σήμερα ως «νέο» αποτελεί πράγματι μια βιώσιμη πολιτική προοπτική, ή μήπως είναι μια απλώς επιδέξια προσπάθεια αναβίωσης των παλιών ισορροπιών και των βολικών συναισθημάτων μιας άλλης εποχής; Είναι μια νέα αρχή ή το τελευταίο λίφτινγκ ενός γερασμένου πολιτικού προσωπικού;

Και για να το θέσουμε ακόμα πιο βάναυσα, με τους όρους της πραγματικής ζωής: Τι έχει να πει αυτός ο χώρος σε έναν άνθρωπο 20 ή 30 ετών σήμερα; Σε ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στην απόλυτη εργασιακή ανασφάλεια, που βλέπει τον μισθό του να εξατμίζεται τις πρώτες δέκα μέρες του μήνα λόγω της ακρίβειας, που αδυνατεί να νοικιάσει ένα σπίτι της προκοπής εξαιτίας της στεγαστικής κρίσης, και που αντικρίζει το μέλλον του σαν ένα μαύρο κουτί γεμάτο αβεβαιότητα; Θα του πούμε να ψηφίσει τον Τσίπρα επειδή το 2015 ήταν «ωραία» στα οδοφράγματα των αυταπατών; Η νεολαία δεν έχει ανάγκη από ξεθωριασμένα άλμπουμ αναμνήσεων· έχει ανάγκη από παρόν και μέλλον.

Η Αριστερά, κύριοι, μπορεί να ξαναγίνει ουσιαστικά πλειοψηφικό κοινωνικό ρεύμα μόνο με έναν τρόπο, όταν αποφασίσει να δώσει πειστικές, χειροπιαστές και ρεαλιστικές απαντήσεις στα ζητήματα της καθημερινότητας. Στο ψωμί, στο νοίκι, στο ρεύμα, στην αξιοπρέπεια της εργασίας. Και αυτό, ας το καταλάβουν καλά οι επίδοξοι σωτήρες, δεν γίνεται χωρίς συγκρούσεις. Δεν γίνεται χωρίς βαθιές, επώδυνες τομές στο σάπιο σώμα του ελληνικού καπιταλισμού και του κρατικοδίαιτου παρασιτισμού. Δεν γίνεται χωρίς τη δεδηλωμένη διάθεση να «σπάσουν αυγά». Αν φοβάσαι το τσόφλι, ομελέτα δεν τρως· τρως μόνο τα λόγια σου.

Μια νέα, σοβαρή Αριστερά δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε μεταφυσικές αναθέσεις προς φωτισμένους ηγέτες, ούτε μέσα στα αποστειρωμένα γραφεία κλειστών επιστημονικών επιτελείων και τεχνοκρατών που βλέπουν την κοινωνία σαν στατιστικό δείγμα. Ή θα είναι μια Αριστερά των κοινωνικών κινημάτων, της βάσης και της πραγματικής ρήξης, ή θα είναι απλώς ένας θίασος ποικιλίας που θα ανεβάζει ξανά και ξανά το ίδιο βαρετό μελόδραμα για λίγους πιστούς και πολλούς περίεργους. Τα αυγά είναι στο τραπέζι· το ερώτημα είναι αν υπάρχει κάποιος που να διαθέτει το θάρρος να τα σπάσει, ή αν θα συνεχίσουμε να τα κλωσάμε περιμένοντας να βγουν από μέσα... περιστέρια της ειρήνης και της πολιτικής επιβίωσης.

 

Παναγιώτης Κουμουνδούρος


Οδός Εμπόρων