Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2026
Όσο η ιστορική μνήμη ξεθωριάζει πίσω από εθιμοτυπικά στεφάνια, τόσες περισσότερες πιθανότητες έχουμε να ξαναζήσουμε τη φάρσα από την αρχή
Στις 5 Σεπτεμβρίου 1967, πέντε μόλις μήνες
μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, όργανα της χούντας
δολοφονούν εν ψυχρώ στην Ανατολική Θεσσαλονίκη μία ηρωική μορφή του
αντιδικτατορικού κινήματος, τον νεολαίο αγωνιστή του Πατριωτικού
Αντιδικτατορικού Μετώπου (ΠΑΜ) Θεσσαλονίκης, Γιάννη Χαλκίδη, τραυματίζοντας και
τους άλλους δύο συναγωνιστές του, Γρηγόρη Παντή και Νάντη Χατζηγιάννη που
κρύβονταν μαζί στη γιάφκα της οδού Φιλελλήνων 65. Αν η νεοελληνική ιστορία δεν ήταν μια διαρκής
τραγικωμωδία, θα ήταν σίγουρα ένα κακό αστυνομικό μυθιστόρημα, γραμμένο από
γραφειοκράτες της Ασφάλειας και σκηνοθετημένο από αποσπασματικούς εθνωφελείς.
Σεπτέμβριος του 1967. Η Ελλάς των Ελλήνων Χριστιανών, φορεμένη στο γύψο,
προσπαθεί να αποδείξει στους ξένους συμμάχους της πως η τάξις βασιλεύει. Η
Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης φοράει τα γιορτινά της, ο Παπαδόπουλος ετοιμάζεται
για βαρύγδουπες κορώνες και η Ασφάλεια επαγρυπνεί. Μόνο που τρία αμούστακα ή
σχεδόν αμούστακα παιδιά του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου (ΠΑΜ), ο Γιάννης
Χαλκίδης, ο Γρηγόρης Παντής και ο Νάντης Χατζηγιάννης, είχαν διαφορετική γνώμη. Για να καταλάβει κανείς ποιος ήταν ο Γιάννης
Χαλκίδης και γιατί το παρακράτος και η χούντα τον είχαν βάλει στο στόχαστρο,
δεν αρκεί να κοιτάξει τη νύχτα της δολοφονίας του. Πρέπει να δει πού βρισκόταν
πολιτικά. Γεννημένος το 1940 στη Σφενδάμη Πιερίας, βρέθηκε από νωρίς στη
Θεσσαλονίκη, βγάζοντας το ψωμί του ως εργάτης. Στο πολιτικό πεδίο, υπήρξε
δραστήριο στέλεχος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) και ηγετικό
στέλεχος της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη στους Αμπελοκήπους Θεσσαλονίκης. Οι
«Λαμπράκηδες» δεν ήταν απλώς μια πολιτική νεολαία, ήταν ένα τεράστιο
πολιτιστικό και πολιτικό κίνημα που σάρωσε τις γειτονιές, αμφισβητώντας στην
πράξη το μετεμφυλιακό αστυνομικό κράτος
και γι΄ αυτό ακριβώς θεωρούνταν από το καθεστώς ως «εσωτερικός εχθρός»
προς εξόντωση. Όταν η 21η Απριλίου επέβαλε τη δικτατορία, ο Χαλκίδης δεν
διάλεξε το δρόμο της αδράνειας. Πέρασε αμέσως στην παρανομία, στελέχωσε τις
γραμμές του ΠΑΜ Θεσσαλονίκης, συμμετείχε στην έκδοση του παράνομου τύπου (όπως
η εφημερίδα Αντιφασίστας) και έστηνε δίκτυα πληροφοριών κάτω από τη μύτη των
χαφιέδων, σε μια πόλη όπου το παρακράτος που δολοφόνησε τον Λαμπράκη βασίλευε. Έτσι φτάνουμε στις 2 Σεπτεμβρίου 1967. Την ώρα
των επίσημων εγκαινίων της ΔΕΘ, μια κολόνα της ΔΕΗ τινάζεται στον αέρα. Το
«μπλακ-άουτ» διαρκεί μόλις λίγα λεπτά, αλλά στην ιδεολογική βιτρίνα του
καθεστώτος η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη. Η ενέργεια αυτή της ομάδας του Χαλκίδη
ξευτιλίζει τους «εθνοσωτήρες» μπροστά στα μάτια των διεθνών προσκεκλημένων. Και
όταν ένας δικτάτορας ξευτιλίζεται, το μόνο που του απομένει για να αποδείξει την
ανδρεία του είναι το αίμα. Ξημερώματα της 5ης Σεπτεμβρίου, η αστυνομική
«ανδρεία» ξεδιπλώνεται σε όλο της το μεγαλείο στην οδό Φιλελλήνων 55, στην
περιοχή της Οσίας Ξένης. Μια ολόκληρη στρατιά από μπουμπούκια της Εθνικής
Ασφάλειας, με επικεφαλής τους Τετραδάκο, Κουρκουλάκο και Καραμήτσο,
περικυκλώνει το διαμέρισμα-γιάφκα όπου βρίσκονταν οι τρεις ασύλληπτοι
«τρομοκράτες». Μόνο που οι επικίνδυνοι «τρομοκράτες» ήταν παντελώς άοπλοι. Η
έφοδος γίνεται με τη λύσσα που διακρίνει κάθε ένστολο θρασύδειλο όταν ξέρει ότι
ο απέναντι δεν μπορεί να αμυνθεί. Οι τρεις νεαροί προσπαθούν να διαφύγουν από
την πίσω πλευρά, μέσα στο σκοτάδι. Οι αστυνομικοί ανοίγουν πυρ αδιακρίτως. Ο
27χρονος Γιάννης Χαλκίδης γαζώνεται από τις σφαίρες και πέφτει στο έδαφος
αιμόφυρτος, ανίκανος να κινηθεί. Όμως, για να ολοκληρωθεί το εθνικό
αριστούργημα, χρειάζεται και η προσωπική σφραγίδα του επαγγελματία φονιά. Ο
χωροφύλακας Αντώνης Λεπενιώτης πλησιάζει τον πεσμένο, βαριά τραυματισμένο
αγωνιστή και του ρίχνει τη χαριστική βολή σχεδόν εξ επαφής, εκτελώντας τον εν
ψυχρώ. Απολογισμός της «εθνικής» επιχείρησης; Ένας νεκρός, δύο συλληφθέντες που
οδηγήθηκαν κατευθείαν στα μπουντρούμια για τα απαραίτητα βασανιστήρια πριν
καταδικαστούν σε 20 χρόνια κάθειρξη, και φυσικά μετάλλια και παρασημοφορήσεις
για τους δολοφόνοι. Διότι, ως γνωστόν, στην Ελλάδα η ανδρεία των σωμάτων
ασφαλείας μετριέται παραδοσιακά με το πόσους άοπλους μπορείς να εκτελέσεις στο
ψαχνό. Και ερχόμαστε στο καλύτερο μέρος του
νεοελληνικού δράματος, τη Μεταπολίτευση, αυτή τη μεγάλη κολυμβήθρα του Σιλωάμ
όπου ξεπλύθηκαν όλα τα καθάρματα. Από τους 18 εμπλεκόμενους στη δολοφονία, στο
εδώλιο του Κακουργιοδικείου κάθονται μόλις τρεις. Καταδικάζεται μόνο ένας, ο
Τετραδάκος, σε 10 χρόνια κάθειρξη. Στο Εφετείο, η ποινή πέφτει στα «σκληρά» 4
χρόνια, από τα οποία δεν υπηρέτησε ούτε μία μέρα. Οι υπόλοιποι; Ελεύθεροι,
συνταξιούχοι, ευυπόληπτοι πολίτες μιας Δημοκρατίας που βιάστηκε να αμνηστεύσει
τους βασανιστές της για να μην διαταραχθεί η «εθνική ομοψυχία». Το αποκορύφωμα
του παραλόγου γράφτηκε το 2008, όταν ο επιζών Νάντης Χατζηγιάννης συνάντησε
τυχαία σε ένα αστικό λεωφορείο τον βασανιστή του και δολοφόνο του Χαλκίδη, τον
Λεπενιώτη. Τον αποκάλεσε «δολοφόνο», κι ο συνταξιούχος χωροφύλακας, με το
θράσος του ατιμώρητου, του έκανε μήνυση για εξύβριση, υποχρεώνοντας τα ελληνικά
δικαστήρια να συνεδριάσουν για να αποφανθούν το αυτονόητο, ότι ο φονιάς είναι
πράγματι φονιάς. Σήμερα, ο Δήμος Αμπελοκήπων-Μενεμένης
διοργανώνει τα «Χαλκίδεια 2026». Στεφάνια, λόγοι δημάρχων, τιμητικές πλακέτες
και επετειακές καταθέσεις στην πρώην οδό Κωνσταντινουπόλεως, εκεί που τμήμα της
μετονομάστηκε τελικά σε οδό Γιάννη Χαλκίδη. Καλά και άγια όλα αυτά για τις
δημόσιες σχέσεις των τοπικών αρχόντων, αλλά ο Γιάννης Χαλκίδης δεν χρειάζεται
τις θεσμικές μας κορώνες. Ο Χαλκίδης και ο κάθε Χαλκίδης μας θυμίζει απλώς πως
η Δημοκρατία σε αυτόν τον τόπο δεν χαρίστηκε από κανέναν «εθνικό εθνάρχη» και
καμία πολιτική βιτρίνα. Κερδήθηκε με αίμα από ανθρώπους που δεν έκαναν
συμβιβασμούς με τη δειλία. Και όσο η ιστορική μνήμη ξεθωριάζει πίσω από
εθιμοτυπικά στεφάνια, τόσες περισσότερες πιθανότητες έχουμε να ξαναζήσουμε τη
φάρσα από την αρχή. Παναγιώτης Κουμουνδούρος ![]()