Vekrakos
Spartorama | «Αντί Προλόγου για το Θέατρο | Μέρος ΙΙ» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

«Αντί Προλόγου για το Θέατρο | Μέρος ΙΙ» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

Δημήτριος Κατσαφάνας 17/06/2026 Εκτύπωση Άρθρα Θέατρο Κοινωνία Παιδεία Πολιτισμός Φιλοσοφία
«Αντί Προλόγου για το Θέατρο | Μέρος ΙΙ» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα
Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα: «Η ΑΤΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΚΩΜΩΔΙΑ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ», Έκδόσεις ΙΔΙΟΜΟΡΦή, Σπάρτη 2013

(Συνέχεια από το προηγούμενο

 

Λοιπόν, αν ο Αισχύλος είναι ο κεραυνός και ο ωκεανός της δραματικής ποίησης, ο Σοφοκλής είναι το αηδόνι του Κολωνού που κάποτε μάγεψε τους ανθρώπους με την τελειότητά του. Όμως και ως τα σήμερα τις νύχτες στο ιερό άλσος, «ακόμη αργολαλεί του Κολωνού τ’ αηδόνι». Και τίποτα δεν μπορούμε να πιάσουμε από τη ματιά και τη ζωή τους, όπως και κάθε ανθρώπου, αν δεν επικοινωνήσουμε με τη δραματική τους ένταση. Χωρίς κοινή δόνηση δεν ανακαλύπτουμε τον πλάστη του έργου, τον ποιητή. Έχουμε μόνο γνώσεις, απαραίτητες βέβαια, αλλά χωρίς φλέβα ζωής. Φιλόλογοι και σκηνοθέτες προσπαθούμε έκτοτε να τους ερμηνεύσουμε. Και είναι φορές που μοιάζουμε με τα παιδιά, που με τα βρόχια μπορούν και πιάνουν τα πουλιά, όχι όμως και το κελάδημά τους. Τώρα περίπου δυο δεκαετίες, παρακολουθούμε εκσυγχρονισμένες παραστάσεις αρχαίου Δράματος. Σε κάποιες περιπτώσεις στεκόμαστε αμήχανα. Βλέπουμε πως όλο και κάτι μετατοπίζεται, μετατίθεται, εξαρθρώνεται από τον τόπο μας.

Σέβομαι και τιμώ με τη σκέψη μου τους άξιους εργάτες του Θεάτρου, για τους μόχθους, τους προβληματισμούς και τις πρωτοβουλίες τους να μας δώσουν αξιόλογες, κατά καιρούς, ερμηνείες του αρχαίου Δράματος. Και είναι πολλοί, από τον Φώτο Πολίτη και τον Δημήτρη Ροντήρη έως τον Κουν, έως τον Ευαγγελάτο και έως τους σημερινούς, που δεν αναφέρω εδώ τα ονόματά τους, γιατί δεν θα ήθελα να παραλείψω κανένα. Είναι και δική μας η φωνή: «Ανοίξτε τα παράθυρα» στους αρχαίους κλασικούς μας. Να ιδούμε αυθεντικά πρόσωπα. Ο ήλιος, βλέπετε, έχει συνηθίσει στον Παρθενώνα και όχι σε τοπία ξένα αμφίσημης επινόησης.

Τί θα ειπεί αυτό; Μα ότι στον Παρθενώνα, στον ελληνικό λόγο, παντού, όλα τα εκφραστικά μέσα είναι σύμμετρα με το νόημα, με την ιδέα. Η αλήθεια τους, η ποιότητά τους, η απλότητά τους μιλάει άμεσα στις ψυχές όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους. Αυτό είναι ελληνικότητα ενός έργου. Η ελληνικότητά τους βγαίνει από τη λιτή γραμμή των βουνών και τη βαθυγάλαζη θάλασσα. Γραμμή που, με διάφορες παραλλαγές και διασταυρώσεις, συνεχίζεται ακόμη ζωντανή στη νεοελληνική μας παράδοση, όλο βράχους και αρμύρα. Και, όπως η κλασική, έτσι και η νεοελληνική, είναι μια σύνθεση ρεαλισμού και ιδεαλισμού, τόσο διαφορετική από τη φαουστική-τιτανική αντίληψη του δυτικοευρωπαίου.

Οι αρχαίοι δραματικοί ποιητές μας αγαπούσαν το λαό. Τίποτε δεν εμπόδιζε τότε στην Ελλάδα να στέκεται κανείς ψηλά και να είναι ταυτόχρονα αγαπητός στο λαό. Στο λαό, όχι στη μάζα. Στην Ελλάδα έπαψαν για πρώτη φορά οι άνθρωποι να είναι μάζα. Ο λαός γεννάει έναν ευπατρίδη Αισχύλο και έναν μικροαστό σαν τον Σωκράτη. Ο λαός είναι η όρθια στάση, η μάζα είναι απρόσωπη, ποσοτικός αριθμός. Η μεγαλοσύνη, είπε κάποτε ο Ουγκώ, έχει δύο πλευρές: αυτή με τη μεγαλοπρέπεια, το υψηλό, το θαυμαστό, και από την άλλη την οικειότητα. Διαφορετικά, πώς εξηγείται ότι απλοί άνθρωποι του λαού μας σε παραστάσεις αρχαίου Δράματος, αισθάνονται σαν στο σπίτι τους; Και είναι αυτοί οι θεατές, οι απλοί άνθρωποι, που σηκώνονται στις μύτες των ποδιών τους και ύστερα από μια σιωπή, χειροκροτούν με τα ρωμαλέα χέρια τους.

Αυτό έκαμε τον Αντρέ Μαλρώ, αυτόν τον γνήσιο Ευρωπαίο του μάχιμου ανθρωπισμού και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, να ειπεί, στη σκιά του Παρθενώνα: «Το ΟΧΙ το 1940 είναι το ίδιο με τον Προμηθέα και την Αντιγόνη».

 

(Για την αντιγραφή Παναγιώτης Ζηρίνης)                                                               

 

(Συνεχίζεται)


Οδός Εμπόρων