Vekrakos
Spartorama | «Αντί Προλόγου για το Θέατρο | Μέρος ΙIΙ» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

«Αντί Προλόγου για το Θέατρο | Μέρος ΙIΙ» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα

Δημήτριος Κατσαφάνας 24/06/2026 Εκτύπωση Άρθρα Θέατρο Κοινωνία Παιδεία Πολιτισμός
«Αντί Προλόγου για το Θέατρο | Μέρος ΙIΙ» από τον Δημήτρη Κατσαφάνα
Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα: «Η ΑΤΤΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΚΩΜΩΔΙΑ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ», Έκδόσεις ΙΔΙΟΜΟΡΦή, Σπάρτη 2013

(Συνέχεια από το προηγούμενο)

 

Οι Αθηναίοι πολίτες, διαισθανόμενοι τον ερχομό του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη, έφτιαξαν θέατρο από πέτρα. Χωρίς στέγη, με τον ουρανό για ταβάνι και το φως της ημέρας για φωτισμό. Από εκείνη τη στιγμή γέμισε όλη η Ελλάδα με θέατρα. Τα καλοκαίρια σήμερα στις εθνικές σκηνές, στην Επίδαυρο, στο Ηρώδειο, στη Δωδώνη, στους Φιλίππους, και θα προσθέσω, και στο Σαϊνοπούλειο Θέατρο, το χτισμένο ανάμεσα στο Βυζαντινό Μυστρά και στην αρχαία Σπάρτη, παρουσιάζεται πυκνή συρροή κόσμου. Και ας μη νομισθεί, όπως παρατηρούσε παλαιότερα ο Κ. Κουν, ότι στην Αμερική γεμίζουν τα θέατρα. Εμπορική επιτυχία θεωρείται «αν ανεβαστεί έργο του Ανουίγ και γεμίσουν θέατρα των 250-300 θέσεων».

Αναμφίβολα σήμερα το πνευματικό και καλλιτεχνικό επίπεδο του λαού μας έχει ανεβεί. Και ας το ειπούμε, εδώ, προεισαγωγικά: Τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο, τους αρχαίους κλασικούς μας, δεν τους πλησιάζουμε για να βρούμε απαντήσεις στα δικά μας καθημερινά προβλήματα. Δεν πάμε να τους αντιγράψουμε ή να τους μιμηθούμε. Πάμε για να αναμετρηθούμε μαζί τους, να γίνει ο πόνος των κλασικών Ελλήνων και δικός μας πόνος, να τον κρατήσουμε αλύγιστο μέσα στην Ιστορία. Να ζήσουμε μαζί τους το μεγάλο αγώνα του ανθρώπου να κρατήσει την ελευθερία του απέναντι σε ό,τι ζητάει να τον αλλοτριώσει, σε ό,τι τον ωθεί να πάψει να είναι ο εαυτός του. Με τέτοιες πεποιθήσεις δίδαξα επί δεκαετίες στη Μέση Εκπαίδευση το αρχαίο Δράμα ως μεγάλη τέχνη. Λέω μεγάλη τέχνη με την έννοια, ότι η μεγάλη τέχνη γενικά πάει πέρα από τις σκόρπιες γνώσεις, όσο απαραίτητες και αν είναι αυτές. Γιατί η μεγάλη τέχνη, όπως εδώ το αρχαίο Δράμα, πηγάζει από μια βαθύτερη φιλοσοφική κατανόηση.

Είχα, λοιπόν, πολλούς δισταγμούς να μιλήσω σήμερα κι εγώ για τη σκηνική ερμηνεία του αρχαίου Δράματος. Πού βρήκα, αλήθεια, το θάρρος; Το πρώτο είναι ότι, όπως είπα πριν, σε πολλές σύγχρονες παραστάσεις ένοιωσα αμήχανος. Παραμέρισα όμως τους δισταγμούς μου, έπειτα από μια συνέντευξη του γνωστού μας ηθοποιού και σκηνοθέτη Γιώργου Κιμούλη. Σας παραθέτω μερικά αποσπάσματα: «Στο θεατρικό τοπίο εδώ και αρκετό καιρό, έχει εμφανιστεί μια περίεργη διάθεση σχεδόν εκδικητική, για ό,τι θεωρείται οργανωμένο κείμενο». Και αφού υποδηλώνει ενδεικτικά τα ποικίλα ψυχολογικά αίτια που γεννάει η σύγχρονη άψυχη τεχνοκρατούμενη εποχή μας, τονίζει: «Από αυτό το μοναχικό πάρτι της ψυχαναγκαστικής, σχεδόν μανιοκαταθλιπτικής σύγχρονης απελευθέρωσης των πάντων, από αυτή την απεγνωσμένη χαρά που γεννάει η υποτιθέμενη νομιμοποίηση της αυθορμησίας του καλλιτέχνη, κανείς μας δεν ξεφεύγει, όσο κι αν το θέλει. Ζούμε στην εποχή του ατόμου και του ακραίου εγωϊσμού». Διαπιστώνοντας ο συγγραφέας του άρθρου, ότι υπάρχει «μια διαρκής νόμιμη αμφισβήτηση προς τον συγγραφέα», λέει ότι διασκευάζονται κείμενα, έτσι που αυτό που παριστάνεται στη σκηνή, «απομακρύνεται όλο και πιο πολύ από το κείμενο που το έχει εμπνεύσει. Το κείμενο εμφανίζεται σαν μια φυλακή μέσα από την οποία η παράσταση πρέπει να αποδράσει. Με την απελευθερωτική κραυγή “ο συγγραφέας είναι νεκρός”, οι δημιουργοί μιας παράστασης παίρνουν σιγά σιγά τη θέση του συγγραφέα. “Απελευθερώνονται”… Ο κίνδυνος είναι εμφανής…».

Και παραμέρισα, λοιπόν, ως φιλόλογος τους δισταγμούς μου κινημένος ακόμη κι από ένα λόγο του Κ. Κουν: «Οι φιλόλογοι κάνουν μια δουλειά από την οποία μπορούμε να ωφεληθούμε. Αλλά δεν εμπιστεύομαι την κρίση εκείνων που έρχονται να μας πούνε από καθέδρας πώς πρέπει να παίξουμε θεατρικά. Φοβάμαι να έρθω σε συζητήσεις με τους κριτικούς εκείνους που θέλουν να επιβληθούν στην εξέλιξη της θεατρικής ζωής του τόπου. Δεν είμαι βέβαιος ότι θα μπορέσουμε να κρατήσουμε ένα επίπεδο. Αυτόν το φόβο, τον έχω».

Θα μου επιτραπεί να κλείσω το προλογικό αυτό σημείωμα με όσα είπε ο Άρθουρ Μίλλερ για το σύγχρονο κοινωνικό θέατρο. Έχουν δημοσιευθεί στη δίμηνη επιθεώρηση Θέατρο, σε μετάφραση του Αλέξη Σολομού: «…Το νέο κοινωνικό δράμα θα ’ναι ελληνικό, γιατί θ’ αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σαν κοινωνικό ζώο, μα δε θα ’χει το πνεύμα εκείνο του μικροκομματισμού, που το παλιότερο δράμα πρόσφερε γενναιόδωρα. Θα είναι ελληνικό, γιατί οι άνθρωποι που θα παρουσιάζει -η ψυχολογία και οι χαρακτήρες- δεν θ’ αποτελούν αυτοσκοπούς, μα θα ’ναι, όπως στ’ αρχαία χρόνια, τμήματα ενός συνόλου, ενός κοινωνικού συνόλου αυτού που είναι ο Άνθρωπος. Με μια λέξη ο κόσμος όλος αρμενίζει στο ίδιο καράβι. Κάποια εποχή, την πιο ευτυχισμένη τους, οι Έλληνες αρμένιζαν κι αυτοί, όλοι μαζί, στο ίδιο καράβι, την ίδια πόλη τους. Το δραματικό μας έργο, όπως και το δικό τους, πρέπει να θέσει τα ίδια ερωτήματα. Για πού βάλαμε πλώρη, τώρα που είμαστε όλοι μαζί; Ας μην ξεχνάμε πως το δραματικό έργο -όπως το κάθε τι που πράττει ο άνθρωπος- είναι κι αυτό ένας αγώνας ενάντια στη θνητή του μοίρα: Και η σύλληψη του νοήματός του είναι η πιο μεγάλη ανταμοιβή για τη ζωή που έζησε».

Τώρα, λοιπόν, που ο ευρωπαϊκός μοντερνισμός γίνεται παγκόσμιος, πλανητικός, που αφελληνίζεται η Ευρώπη μέσα σε μια διογκούμενη μαζικοποίηση και σκοτεινιάζει ο ορίζοντας του Ανθρώπου, οι άνθρωποι του 21ου αιώνα, μοντέρνοι ταξιδιώτες εμείς, για πού βάλαμε πλώρη; Κάτω από ποιον αστερισμό, υπό ποιαν αιγίδα; Θα έχουμε τάχα το θάρρος των Αργοναυτών να περάσουμε τις συμπληγάδες;


(Για την αντιγραφή Παναγιώτης Ζηρίνης)

                                                 

(Συνεχίζεται)


Οδός Εμπόρων