Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2026
Είναι μια ιστορική ορεινή περιοχή του βορειοδυτικού Ταΰγετου που περιλαμβάνει τα χωριά: Αρτεμισία, Αλαγονία, Νέδουσα, Καρβέλι, Λαδάς, Πηγαίς
Πισινοχώρια (αλλιώς Κουτζαβές) σημαίνει τα
πισινά χωριά του Ταΰγετου που υπάγονταν στη διοίκηση του Μυστρά. Είναι μια
ιστορική ορεινή περιοχή του βορειοδυτικού Ταΰγετου που περιλαμβάνει τα χωριά:
Αρτεμισία, Αλαγονία, Νέδουσα, Καρβέλι, Λαδάς, Πηγαίς. Τα χωριά αυτά πήραν το όνομά τους επειδή
βρίσκονταν στο πισινό ή πίσω μέρος του βουνού σε σχέση με το Μυστρά που ήταν
μέχρι την ίδρυση της Νέας Σπάρτης (1834) το διοικητικό κέντρο της ανατολικής
πλευράς. Τα χωριά και η περιοχή τους αντιστοιχούν στην αρχαία Δενθαλιάτιδα χώρα
που σημαίνει εύφορη χώρα κι αποτέλεσε το μήλο της έριδος μεταξύ αρχαίων
Σπαρτιατών και Μεσσηνίων. Οι Δενθάλιοι
ήταν λαός εύθυμος, ατίθασος και ανυπότακτος όπως είναι και η σημερινοί κάτοικοι
της Νέδουσας. Λάτρευαν τον θεό Διόνυσο, καλλιεργούσαν αμπέλια και ζούσαν από
την γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο πανάρχαιος χαρακτήρας των κατοίκων
διασώζεται αναλλοίωτος στο αγροτικό δρώμενο της Νέδουσας που γίνεται κάθε χρόνο
την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας. Η διένεξη Σπαρτιατών – Μεσσηνίων για την
Δενθαλιάτιδα χώρα λύθηκε επί ρωμαιοκρατίας όταν ο αυτοκράτορας Τιβέριος την
απέδωσε οριστικά στην κατοχή των Μεσσηνίων. Τότε ετέθησαν και τα όρια (όροι)
που ήταν λίθινες τετράγωνες στήλες, οι οποίες
καθόριζαν τα σύνορα Μεσσηνίων και Λακώνων. Στην αγροτική περιοχή του
σημερινού χωριού Αλαγονία (πρώην Σίτσοβα) και σε ύψος χιλίων πεντακοσίων μέτρων
μέσα σε μια δασώδη περιοχή του Ταϋγέτου υπάρχει τοποθεσία που ονομάζεται, ακόμα και σήμερα, «γραμμένη
πέτρα»! Η τοπική παράδοση αναφέρει ότι εκεί βρισκότανε μία πέτρινη στήλη που έγραφε στην ανατολική
πλευρά (επί τάδε Λακωνία) στη δε δυτική (επί τάδε Μεσσηνία). Τη στήλη αυτή κι
ενδεχομένως άλλες παρόμοιες, φαίνεται ότι τις κατέστρεψαν οι απλοϊκοί χωριάτες
γιατί νόμιζαν ότι θα έβρισκαν κρυμμένους θησαυρούς κάτω από αυτές τις σκαλιστές
πέτρες. Τον 8ο αιώνα μ. Χ. επί αυτοκράτορος
Κωνσταντίνου του Ε΄ οι Σλάβοι ποιμένες και γεωργοί των Βαλκανίων αποίκισαν την Πελοπόννησο. Μετά από σκληρή
προσπάθεια του βυζαντινού στρατού οι δύο κυριότερες σλαβικές ομάδες
εγκαταστάθηκαν στα ορεινά μέρη του Ταΰγετου. Στην ανατολική πλευρά οι Εζερίται
και στη δυτική (Δενθαλιάτις χώρα) οι Μελιγγοί. Τότε χτίστηκαν τα χωριά Σίτσοβα
(Αλαγονία), Τσερνίτσα (Αρτεμισία), Μεγάλη Αναστάσοβα (Νέδουσα) και Μικρή Αναστάσοβα (Πηγαίς). Τα χωριά
Κουτζαβά Λαδάς και Κουτζαβά Καρβέλι χτίστηκαν αργότερα, όταν αυξήθηκε ο
πληθυσμός. Το έτος 1927 όλες οι σλαβικές ονομασίες των χωριών έλαβαν τα
σημερινά ελληνικά ονόματά τους. Με την πάροδο του χρόνου οι πρώτοι Σλάβοι
κάτοικοι των χωριών αυτών εκχριστιανίστηκαν κι εξελληνίστηκαν, μίλησαν την
ελληνική γλώσσα κι απόκτησαν ελληνική εθνική συνείδηση. Από την αρχική σλαβική
περίοδο έμειναν μόνο αγροτικές ονομασίες όπως: Ιμποβός, Πλεσιβίτσα, Πελενίτσα,
Μπόροβα, Σιλίμποβες κ.α. Η σύνθεση του πληθυσμού στα Πισινοχώρια
εμπλουτίστηκε με την άφιξη φυγάδων Κρητικών μετά το νικηφόρο πόλεμο των Τούρκων
κατά των Ενετών της Κρήτης. Μετά την συνθηκολόγηση του Χάνδακα (σημερινό
Ηράκλειο) το 1669 οι Έλληνες Κρητικοί πέρασαν στην Πελοπόννησο και μάλιστα
στα ενδότερα για ασφάλεια. Έτσι πολλές
Κρητικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στα Πισινοχώρια κι αυτό μαρτυρείται τόσο
από την γλωσσική προφορά του «και» σε «τσε» (κρητικό ιδίωμα) όσο κι από τα
πολλά επώνυμα που τελειώνουν σε –ακης! Ένα απόλυτα χαρακτηριστικό στοιχείο της
περιοχής είναι η παλαιά ενδυμασία των γυναικών που ονομαζόταν «κουτσαβίτικη φορεσιά» και σε λίγα χωριά
«αλατζάς». Εξαιτίας αυτής όλοι οι άλλοι κάτοικοι του Ταΰγετου και της Μεσσηνίας
αναγνώριζαν τις γυναίκες που τη φορούσαν ως «Κουτσαβίτισσες»! Ας προχωρήσουμε τώρα σε μια συνοπτική
παρουσίαση των χωριών αυτών, που είναι από τα ομορφότερα χωριά της δυτικής
πλευράς του Πενταδάχτυλου. Αλαγονία (Σίτσοβα): Είναι χτισμένη σε υψόμετρο
800 μέτρων. Είναι το μεγαλύτερο από τα Πισινοχώρια κι αποτελείται από πέντε
συνοικίες: Κάτω Μεριά, Χώρα, Μεσορούγα, Απάνω Μεριά και Μαχαλά. Στα παλιά
χρόνια κάθε συνοικία αποτελούσε ξεχωριστή ενορία και είχε δικό της ενοριακό ναό
και ιερέα. Σήμερα ολόκληρη η κοινότητα αποτελεί μια ενορία. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά αξιοθέατα του χωριού
είναι ο βυζαντινός ναός του Αγίου Σώζοντα (9ος αιώνας), ο Άγιος Νικόλαος
Μεσόρουγας (15ος αιώνας), η ιστορική οικία του Πατριάρχη Πελεκάση, η
παραδοσιακή βρύση του Νίκα με τον καταρράκτη, και το κοντινό μονοπάτι από το
Λαγού Χάνι. Αρτεμισία (Τσερνίτσα): Χτισμένη σε υψόμετρο
700 μέτρων είναι από τα μεγαλύτερα χωριά. Στα αξιοθέατα περιλαμβάνονται τα
εναπομείναντα κτίσματα της ιστορικής Μονής Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην
τοποθεσία Μελέ όπου υπήρχε φρούριο των Παλαιολόγων, η Κάτω Χώρα που είναι
ακατοίκητη και ο παραδοσιακός νερόμυλος του Μίμη Γιαννόπουλου. Σε μια κατάφυτη τοποθεσία, μόλις 800 μέτρα
δυτικά από το χωριό, βρίσκεται η μονή που είναι αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον
Πρόδρομο και είναι γνωστή με την ονομασία που προέρχεται από τη θέση του
φρουρίου. Ιδρύθηκε πριν από το 1600, άγνωστο πότε ακριβώς, αν και η
αρχιτεκτονική του καθολικού της τη συνδέει με μοναστηριακά συγκροτήματα της
περιοχής που χρονολογούνται στον 16ο και στον 17ο αιώνα. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, από το 1712,
φιλοξένησε την περίφημη σχολή στην οποία διδάσκονταν αρχαίοι Έλληνες και
Λατίνοι συγγραφείς, μαθηματικά, λογική, γεωγραφία και φιλοσοφία. Στη σχολή
δίδαξαν σπουδαίοι δάσκαλοι και μαθήτευσαν ανάμεσα σε άλλους, επιφανείς
Μεσσήνιοι, όπως ο μετέπειτα πατριάρχης Προκόπιος, οι αγωνιστές Αναγνωσταράς και
Νικηταράς, οι προύχοντες Παναγιώτης Μπενάκης και Παναγιώτης Τζάνες. Η μονή
διαλύθηκε με το διάταγμα της αντιβασιλείας του Όθωνα, το 1833. Αργότερα, την
περίοδο 1854-1902, στους χώρους της στεγάζονταν τα Δημάκεια Εκπαιδευτήρια, ένα
αλληλοδιδακτικό και ένα ελληνικό σχολείο, που λειτούργησαν με τη χρηματοδότηση
του ευεργέτη Πέτρου Δημάκη. Το 1902 οι εγκαταστάσεις καταστράφηκαν από φωτιά
και αργότερα ανοικοδομήθηκε νέο κτήριο, όπου λειτούργησαν κατά διαστήματα
σχολεία, μέχρι τη δεκαετία του 1980. Από το μοναστηριακό συγκρότημα σώζεται σήμερα
μόνο το Καθολικό και τμήμα του οχυρωματικού περιβόλου, ενώ από τα κελιά και
τους βοηθητικούς χώρους έχουν απομείνει μόνο ίχνη των τοίχων. Ο ναός είναι
μικρός, μονόχωρος, και ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του ελεύθερου σταυρού με
νάρθηκα και τρούλο. Εσωτερικά διακοσμείται με θαυμάσιες τοιχογραφίες που
ανήκουν σε δύο περιόδους: οι παραστάσεις του κυρίως ναού και του ιερού
χρονολογούνται στον 17ο αιώνα, ενώ η εικονογράφηση του νάρθηκα έχει γίνει το
1716, όπως μας ενημερώνει σχετική επιγραφή. Η μονή εορτάζει στις 29 Αυγούστου, την Αποτομή
της Τιμίας κεφαλής του Προδρόμου. Νέδουσα (Μεγάλη Αναστάσοβα): Βρίσκεται
βορειοδυτικά σε υψόμετρο 700 μέτρων. Το χωριό ξεχωρίζει για την πλούσια
βλάστηση και τα πέτρινα γεφύρια. Είναι η γενέτειρα του Νικηταρά του τουρκοφάγου
κι εδώ βρίσκεται το σπίτι του και η προτομή του. Στο χωριό υπάρχει ο
γερο-πλάτανος στη θέση Καμίνια που στην κουφάλα του χωράει ως δέκα άτομα. Μέχρι το 1927, το χωριό ονομαζόταν Μεγάλη
Αναστάσοβα ή Μεγάλη Αναστασίτσα. Η αρχική θέση του οικισμού ήταν διαφορετική
από αυτή που βρίσκεται σήμερα, στη θέση Βυθισμένα (κοντά στο ναό της Αγίας
Βαρβάρας). Αυτό προκύπτει, κυρίως, από τα αρχαία ερειπωμένα κτίσματα που
υπάρχουν εκεί. Οι κάτοικοι εγκατέλειψαν την τοποθεσία αυτή λόγω των
κατολισθήσεων του εδάφους, Στην είσοδο του χωριού, δεσπόζει το
εντυπωσιακό μονότοξο γεφύρι του Παντελικού, με άνοιγμα τόξου 12 μέτρα και ύψος
22 μέτρα. Το ψηλό γεφύρι κτίστηκε το 1906 και πλαισιώνεται από δύο
χαρακτηριστικούς πετρόκτιστους νερόμυλους, ο ένας εκ των οποίων είναι ο νερόμυλος του Αναστάση Καραμπάτσου
(γνωστός ως ο νερόμυλος του «Χούφτιαρη»). Στο κέντρο του χωριού δεσπόζει ο ενοριακός
ναός της Αγίας Αικατερίνης, ο οποίος θεμελιώθηκε μεταξύ του 1830 και 1840. Για
τους λάτρεις των ορεινών αθλημάτων, το 2013, ο Ορειβατικός Σύλλογος Καλαμάτας
δημιούργησε το Αναρριχητικό Πάρκο Νέδουσας, το οποίο βρίσκεται στο φαράγγι έξω
από την είσοδο του χωριού Επίσης, σε απόσταση μόλις 3 χιλιομέτρων από τη
Νέδουσα, ο επισκέπτης μπορεί να δει την ιστορική Μονή Μαρδακίου, το καθολικό
της οποίας είναι αφιερωμένο στη Κοίμηση της Θεοτόκου της «Χρυσοπηγής». Η μονή ήταν
σταυροπηγιακή, κτίστηκε στα μέσα του 17ου αιώνα (1640-1645) από τον Θεόδωρο
Χανδρινό που καταγόταν από τη Σίτσοβα κι έγινε μοναχός με το όνομα Θεοδόσιος. Η
μορφή του με το σχήμα του μοναχού είναι αγιογραφημένη στο νάρθηκα του
Καθολικού. Στον Κώδικα της Μονής του 1715 αναφέρονται 6 ιερείς κι 7 μοναχοί. Η
Μονή Μαρδακίου εορτάζει στις 15 και 23 Αυγούστου, οπότε και εκτίθεται σε
προσκύνημα η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, η οποία βρέθηκε το 1867 μετά από
ανασκαφή που έκανε ο τότε Δήμαρχος Αλαγονίας Αναστάσιος Θεοφιλόπουλος στη θέση
«Σιδεροβάγενο», όπου κατά την παράδοση υπήρχε παλαιά μονή της Παναγίας
Χρυσοπηγής. Στη δυτική πλευρά του Καθολικού του Μαρδακίου είναι εντοιχισμένα τα
λείψανα του αοίδιμου Οικουμενικού Πατριάρχη Προκοπίου του Πελοποννησίου (1785-1789). Πηγές, ή Πηγαίς (Μικρή Αναστάσοβα): Βρίσκεται
στην κεντρική λεκάνη συλλογής των υδάτων του ποταμού Νέδοντα και είναι χτισμένο
αμφιθεατρικά σε μια πλαγιά της οροσειράς του
Αγίου Παντελεήμονα, που είναι ένα από τα πολλά πρόβουνα του Βορειοδυτικού
Ταϋγέτου. Έχει υψόμετρο 737 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και το
συναντάμε 2 χιλιόμετρα μετά από το χωριό Αρτεμισία. Το χωριό δημιουργήθηκε τον 9° αιώνα μ. Χ. από
ορισμένες οικογένειες, οι οποίες μετεγκαταστάθηκαν από την Μεγάλη Αναστάσοβα
λόγω των κατολισθήσεων που σημειώθηκαν εκεί. Από τον 9ο μ.Χ. αιώνα μέχρι το
13ο μ.Χ. αιώνα αποτελούσε Συνοικισμό των
Κουτσαβών και ανήκε διοικητικά στη Μεσσηνία. Από το 13ο αιώνα περίοδο της
Φραγκοκρατίας μέχρι 27-12-1836, αποτελούσε συνοικισμό των Πισινών Χωριών της Επαρχίας Μυστρά (Λακεδαίμονος). Στα αξιοθέατα των Πηγών είναι ο ενοριακός
Ιερός Ναός της Αγίας Βαρβάρας, διατηρητέο Βυζαντινό μνημείο του 1471, η Μονή
των Αγίων Αποστόλων (Μετόχι της Μονής Μαρδακίου). Σήμερα σώζεται μικρό τμήμα
του καθολικού της Μονής, μαζί με το Ιερό (Άγιο Βήμα). Η τοποθεσία είναι πλούσια
σε βλάστηση και νερά. Κουτσαβά ή Κουτζαβά Λαδά: Καθώς λέγεται, το
όνομά του το πήρε από το Σπαρτιάτη Ολυμπιονίκη Λαδά, ο οποίος κατά την
επιστροφή του από την Ολυμπία πέθανε στον δρόμο προς την Σπάρτη και ετάφη εκεί.
Τον τάφο του τον βρήκε ο Παυσανίας και τον αναφέρει στις περιηγήσεις του. Στο
χωριό ανήκει επίσης ο συνοικισμός του Αγίου Βασιλείου. Βρίσκεται στη νότια
λεκάνη συλλογής των υδάτων του ποταμού Νέδοντα και είναι χτισμένο στους νότιους
πρόποδες του Αγίου Γεωργίου που είναι ένα από τα πολλά πρόβουνα (υψώματα) του
Ταϋγέτου. Η αρχική θέση του οικισμού βρισκόταν στη θέση
Παλιά Αυλή κοντά στο Εξωκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων. Αυτό προκύπτει από τα αρχαία
ερειπωμένα κτίσματα, αλλά και τα οστά καθώς και άλλα αντικείμενα που βρέθηκαν
κατά την διάνοιξη αγροτικού δρόμου. Από τον 8ο αιώνα (χρόνος κατά τον οποίο
εκτιμάται ότι δημιουργήθηκε ο πρώτος οικισμός) μέχρι τον 13ο αιώνα αποτελούσε
συνοικισμό των Κουτσαβών. Από τον 13ο αιώνα (περίοδο της Φραγκοκρατίας)
μέχρι τα πρώτα χρόνια του Όθωνα αποτελούσε συνοικισμό των Πισινών Χωριών της
Επαρχίας Μυστρά (Λακεδαίμονος) με το όνομα Κουτσαβά Λαδά. Οι κάτοικοι του Λαδά αγαπούν το χωριό τους κι
έχουν υψηλό αίσθημα ευθύνης για την πρόοδό του. Κάθε χρόνο στις 15 Οκτωβρίου
διοργανώνουν την Αγορά Τοπικών Προϊόντων.
Το τελευταίο Σάββατο του Αυγούστου, επίσης, γίνεται η «Γιορτή του
κρασιού στου Λαδά», με πολιτιστικές εκδηλώσεις και κρασί δωρεάν. Στα αξιοθέατα του χωριού ανήκει ο μεγαλοπρεπής
ναός των Ταξιαρχών (14ος αιώνας) με μοναδικές αγιογραφίες της μακεδονικής
σχολής και το ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου αιώνα. Λίγο πιο έξω από το χωριό σε
μια πλαγιά βρισκόταν η Μονή Παναγίας Κούρτζενης από την οποία έχει απομείνει το
Καθολικό και λίγα ερείπια των άλλων κτισμάτων. Στο Λαδοκαρβελιώτικο Ρέμα
βρίσκεται ένα παλιό δίτοξο γεφύρι. Κουτσαβά ή Κουτζαβά Καρβέλι: Βρίσκεται στη
νότια υδρολογική λεκάνη του ποταμού Νέδοντα και είναι χτισμένο αμφιθεατρικά
στους βόρειους πρόποδες της Πελενίτσας, που είναι ένα από τα πολλά πρόβουνα του
Ταϋγέτου. Έχει υψόμετρο 650 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Η αρχική θέση του οικισμού ήταν διαφορετική
από αυτή που βρίσκεται σήμερα. Συγκεκριμένα, βρισκόταν λίγο πιο πάνω από το
Λαδοκαρβελιώτικο γεφύρι στη θέση Παλιόχωρα, κοντά στο παρεκκλήσι του Αγίου
Νικολάου. Αυτό προκύπτει από τα υπολείμματα των γκρεμισμένων τοίχων του πρώτου
χριστιανικού Ναού των Αγίων Αποστόλων, από διάφορα ερειπωμένα κτίσματα, καθώς
και άλλα αντικείμενα που βρέθηκαν εκεί. Τον 8ο αιώνα στην περιοχή της
Παλιόχωρας εγκαταστάθηκαν Σλάβοι Μελιγγοί και δημιούργησαν τον οικισμό Κουτσαβά
Καρβέλη. Το όνομα του χωριού προέρχεται από τον βασικότερο οικιστή το επώνυμο
του οποίου ήταν Καρβέλης. Πίσω ακριβώς από το Καρβέλι στη νότια πλευρά
της Πελενίτσας βρίσκεται ο οικισμός Κάτω Καρβέλι (Χανάκια) ο οποίος ανήκει από
το 1912 στην Κοινότητα Καρβελίου. Στο χωριό υπάγεται και ο ακατοίκητος σήμερα
οικισμός των Αιμυαλών που προϋπήρχε του Καρβελίου Την περίοδο της Τουρκοκρατίας
το χωριό δέχθηκε σημαντικό πληθυσμό από διάφορα μέρη και κυρίως από το
γειτονικό χωριό την Γιάννιτσα (σημερινό Ελαιοχώρι). Σε απόσταση 1,5 χιλιόμετρο από το Καρβέλι,
βρίσκεται η Μονή Σιδηρόπορτας της
οποίας ανακαινίστηκε το Καθολικό,
ενώ πολλά από τα άλλα κτίσματα έχουν υποστεί αλλοιώσεις από μεταγενέστερες
αυθαίρετες παρεμβάσεις. Τη Μονή ίδρυσε το έτος 1586 ο Επίσκοπος Μεθώνης
Παρθένιος που ήταν από τους πρώτους μοναχούς της. Η Μονή Σιδηρόπορτας πήρε το
όνομά της από τη βαριά σιδερένια πόρτα που έφερε από την Κωνσταντινούπολη ο
ιδρυτής της, προκειμένου να ασφαλίσει τη μονή και γράφοντας επάνω της: να
“αγροικιέται αιωνίως”. Στη Μονή Σιδερόπορτας τιμάται η Κοίμηση της
Θεοτόκου. Πανηγυρίζει, όμως, και στις 23 Αυγούστου – στα λεγόμενα Εννιάημερα -
και στον προ της εισόδου χώρο κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο ο Σύλλογος των
Καρβελαίων διοργανώνει μεγάλο πανηγύρι! Αξίζει να σημειωθεί ότι την εφέστια
εικόνα της Μονής την πήραν επί τουρκοκρατίας τα αδέλφια Κοντογιάννη από τους
Αιμυαλούς (Γρηγόριος κι Ευπραξία) και τη μετέφεραν στη μετέπειτα Μονή Αιμυαλών
Δημητσάνας! Στα αξιοθέατα του χωριού, εκτός από τη Μονή
Σιδερόπορτας και το δίτοξο Λαδοκαρβελιώτικο γεφύρι, συμπεριλαμβάνονται οι
πέτρινες βρύσες με το γάργαρο κρυστάλλινο νερό (Παναγιωτέικη, Λαδόβρυση,
Τζανέικη ) και το κεφαλάρι του Αη-Γιάννη. Πηγές Γιάννης Μητράκος![]()
![]()
![]()
![]()